Θεσσαλονίκη-2

Η δεύτερη πατρίδα μου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-2

Κλεισθένους


(βλ. 1ο μέρος)

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

 

Η
ζωή μας στη Θεσσαλονίκη ήταν χωρισμένη
ανάλογα με τα σπίτια όπου μέναμε. Τα
πρώτα χρόνια, που ήταν και τα χρόνια του
δημοτικού, χόρτασα παιχνίδι. Στα καμμένα
όπου το βράδυ παρκάρανε δυο τρία φορτηγά
αυτοκίνητα, μαζευόταν όλη η γειτονιά,
παίζαμε κρυφτό επάνω στις καρότσες, και
στα στενά δρομάκια, Αριανού, Αθηνάς,
Κλεισθένους, Ιουλιανού,… Ποιο πάνω απ
το σπίτι μας υπήρχαν ακόμα αυλές με
δωμάτια γύρω γύρω όπου μέναμε τρεις και
τέσσερις οικογένειες, και ένα εγκαταλειμμένο
υφαντήριο με σπασμένα τζάμια, φουλ στις
αράχνες, που φοβόμασταν να μπούμε μέσα.
Το δικό μας σπιτάκι αν και το ποιο μικρό
ξεχώριζε γιατί ήταν το μόνο καινούριο.
Ειχε κτιστεί μάλλον αυθαίρετα στην αυλή
του μεγάλου σπιτιού. Είχε αρχίσει η
μέθοδος της αντιπαροχής και ότι καινούριο
κτιζόταν ήταν πολυκατοικία. Μα όχι ακόμα
στην Κλεισθένους. Οι πολυκατοικίες
ξεφυτρώναν κάθε μέρα απ’ την Κασάνδρου
και κάτω. Καμιά φορά στα σκοτεινά δρομάκια
βρίσκαν καταφύγιο τα ζευγαράκια που
φιλιόταν ατέλειωτα απ’ το σούρουπο,
μέχρι αργά που μας φώναζαν να συμμαζευτούμε.
Όσο κρύο και να έκανε, με τα χέρια
ξυλιασμένα και τα πόδια μελανιασμένα
μέχρι επάνω (ακόμα δεν φορούσαν πανταλόνια
τα κορίτσια) εμείς παίζαμε. Όταν σχολούσα
πετούσα τη τσάντα και δρόμο. Φώναζε η
μαμά να κάνω τα μαθήματά μου, μα η απάντηση
ήταν μία “δεν έχουμε”.

Τα παιχνίδια
μας; “Ένα λεπτό κρεμμύδι”,


τζαμί κρυφτό,
μήλα,


τυφλόμυγα


ωπ! εσύ αλλού να πας να παίξεις!


σχοινάκι


Επίσης κουτσό που
χρειαζόταν όμως κομμάτια μάρμαρου και
για να τα βρούμε πηγαίναμε στο χώρο των
παλιών εβραίικων μνημάτων εκεί που
είναι τώρα η Φυσικομαθηματική Σχολή.
Οι πιο τολμηρές οι ξεσχολιασμένες
θεσσαλονικές παίζανε και τους γιατρούς
με τις νοσοκόμες, μα γινόταν αντικείμενο
κουτσομπολιού. Η δική μου ζωηράδα αλλού
εκτονώνονταν. Συχνά οι δάσκαλοι φωνάζαν
τη μαμά στο σχολείο γιατί έδερνα τα
αγόρια.

Τα
καλοκαίρια, την ημέρα που έκανε ζέστη
αραδιάζαμε τα κουζινικά μας και τις
κούκλες σε κάποιο υπόστεγο, και παίζαμε
σπιτάκια. Για κάθε ώρα είχαμε άλλο
παιχνίδι και σε άλλο χώρο. Μα τις ώρες
της πολύ ζέστης, το μεσημέρι έπρεπε να
ξαπλώνουμε, τότε είχαμε το διάβασμα.
Στο ψιλικατζίδικο της οδού Κασάνδρου,
βρίσκαμε κλασσικά εικονογραφημένα, όχι
μόνο καινούρια που στοιχίζαν τρεις
δρχ., μα και μεταχειρισμένα.




Πήγαινες
το παλιό και μια δραχμή και έπαιρνες
άλλο. Έτσι τα είχαμε ξεκοκαλίσει όλα,
και περιμέναμε πως και πως να βγει το
καινούριο. Για βιβλία βέβαια είχαμε τις
δανειστικές βιβλιοθήκες. Τα άλλα μου
αδέλφια είχαν την ΧΑΝ, όπου πήγαινα και
εγώ αν ήθελα να βρω κάτι στην τεράστια
εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη.




Και
βέβαια θυμάμαι πάντα τη σιωπηλή αλλά
και εκφραστική μορφή του Ντίνου
Χριστιανόπουλου που ήταν υπάλληλος
εκεί.

Το τέλος του καλοκαιριού μας έπιανε
μια μελαγχολία που θα άρχιζε το σχολείο,
μα και μια αδημονία γιατί τον Σεπτέμβριο
άνοιγε και η Έκθεση.




Η Διεθνής Έκθεση
Θεσσαλονίκης ήταν το μεγάλο
γεγονός, το μεγάλο πανηγύρι. Σχεδόν κάθε
μέρα πηγαίναμε και περνούσαμε από όλα
τα περίπτερα, μαζεύαμε τα διαφημιστικά
και ενημερωτικά φυλλάδια αλλά και
δείγματα προϊόντων. Την Κυριακή μπορούσαμε
να πάμε με τη μαμά και το μπαμπά, οπότε
μπορούσαμε να μείνουμε και αφού νύχτωνε,
και επίσης να πάμε στο λούνα παρκ, όπως
και να φάμε λουκάνικο Φραγκφούρτης με
μαύρη μπύρα για τους μεγάλους. Δυο φορές
την εβδομάδα είχε ακροβατικά! Σου κοβόταν
τα πόδια να βλέπεις ανθρώπους να περπατούν
πάνω στα σχοινιά, σε τόσο μεγάλο ύψος,
και ακουγόταν οι ανάσες του κόσμου σαν
ένα θηρίο που αναπνέει και ξεφυσάει
ανάλογα με τις φιγούρες των ακροβατών.

Και τέσσερις φορές τη βδομάδα πυροτεχνήματα.




Α!
Τα πυροτεχνήματα είχαν την δικιά τους
διαδικασία. Όλος ο κόσμος ανέβαινε στις
ταράτσες, και σε κάθε πυροτέχνημα που
έσκαγε, άκουγες ένα ομαδικό Ααααα…..
Εκεί γινόταν και αφιερώσεις “αυτό δικό
σου”, “αυτό δικό μου”… “αυτό της
Αθηνούλας”… Οι μαμάδες το χαρίζαν στο
μικρότερο παιδί για να μην κλαίει, σαν το φλουρί της
βασιλόπιτας. Και όταν τελείωναν, ένα
σύννεφο καπνού πάνω απ’ την πόλη, μια
απόλυτη ησυχία με την ελπίδα οτι θα έχει
και άλλα, και μια αναμονή για την επόμενη
φορά…

Στο
δημοτικό άρχισαν και οι πρώτοι έρωτες.
Και ενώ όλα τα κορίτσια ερωτεύονταν τον
πιο ζωηρό, αυτόν που μας σήκωνε τα
φουστάνια (και δόστου κλάμα και νεύρα),
εγώ ερωτευόμουν πάντα τον πιο έξυπνο,
που συνήθως ήταν και καλός μαθητής, μα
ποτέ τους “γλείφτες” και τα “φυτά”.

Και
συγχρόνως με όλα αυτά ο φόβος του “δράκου
του Σέϊχ Σου”, που στη θέση του πιάσανε
έναν αθώο περιθωριακό που δεν είχε ποιος
να τον υπερασπιστεί τον Αριστείδη
Παγκρατίδη, και τον εκτελέσανε. Σιγά
σιγά ξεχάστηκε και αυτό και εκδρομή
πηγαίναμε στο Σέϊχ Σου, τα χίλια δέντρα
όπως το λένε σήμερα. Απ’ το Κουλέ Καφέ,
μέσω της οδού Ακροπόλεως, φτάναμε στον
Άγιο Παύλο, και από εκεί στο δάσος. Δεξιά
περνούσαμε απ τα ανατολικά κάστρα των
οποίων φαινόταν μόνο το πάνω μέρος γιατί
κολλημένα σ’ αυτά ήταν πολλά μικρά
αυθαίρετα σπιτάκια.

Τώρα
πια, στην οικογένεια, όλοι είχαν τις
δουλειές τους. Και χάρη στο μπαμπά, που
δεν συμβιβαζόταν με ότι να ‘ναι, ήταν
δουλειές με μέλλον για τα παιδιά. Εκείνος
μια και είχε τις γνώσεις, δούλευε σε
διάφορα γραφεία. Μα η μαμά που είχε τόσο
μεγάλη οικογένεια να φροντίζει, επτά
άτομα μαζί με τη γιαγιά, και μια και δεν
υπήρχε οικονομικό πρόβλημα, περιορίστηκε
στη φροντίδα μας και την άψογη διαχείριση
των οικονομικών μας.

Εκείνα
τα χρόνια έφτανε στα αυτιά μου ο απόηχος
των γεγονότων που συγκλόνιζαν την
Ελλάδα: Ο “εθνάρχης και καλά” Καραμανλής
φεύγει κρυφά στο Παρίσι ως Τριανταφυλλίδης,
η Ελλάδα συγκλονίζεται από τις διαδηλώσεις
για την παιδεία. Συνθήματα ακούγονται
“προίκα στη Παιδεία και όχι στη Σοφία”,
“15% στην παιδεία” “114”… και οι νεολαίες
των κομμάτων γύρω απ τη διαγώνιο να
παίζουν πετροπόλεμο.

Και
το γεγονός του συντάραξε τον τόπο, η
δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη σε μια
συγκέντρωση για την ειρήνη στο κέντρο
της πόλης. Όσες μέρες πάλευε με τον
θάνατο στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, κόσμος
είχε μαζευτεί απ’ έξω και συμπαραστεκόταν
αν και περιτριγυρισμένος απ την αστυνομία.
Με τη δημιουργία της νεολαίας Λαμπράκη
ένας νέος κύκλος αγώνων άρχιζε, σε όλους
τους χώρους.

 

Η φωτογραφία με το κουτσό είναι δανισμένη από

http://www.flickr.com/photos/tiflosourtis/3883274965/





Advertisements

Η 2η πατρίδα μου

Η
2η πατρίδα μου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

1961
μια απριλιάτικη μέρα, μέρα σταθμός για
τη ζωή μου.

Χαράματα
με την οικοσκευή φορτωμένη σε ένα
φορτηγό. Ο μπαμπάς και η μαμά δίπλα στον
οδηγό και εμείς τα τέσσερα παιδιά με
τον θείο Λάκη στην καρότσα μαζί με τα
πράγματα. Την όλη διαδρομή δεν τη θυμάμαι.
Θυμάμαι όμως μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη
που μας είπε ο θείος να ξαπλώσουμε κάτω
γιατί απαγορεύεται κόσμος πάνω στην
καρότσα. Περνώντας απ την στρωμένη με
κυβόλιθους οδό Κασάνδρου, θυμάμαι τα
διώροφα σπίτια που είχαν όλα παντζούρια, ενώ στον Κολινδρό κανένα,
και τα έλουζε ο ήλιος. Ελάχιστες
πολυκατοικίες, και πολλά άδεια οικόπεδα.
Ήταν στο πρόγραμμα να φαρδύνει ο δρόμος,
και για την ώρα ήταν αλλού πολύ στενός
μόλις χωρούσε το φορτηγό και αλλού όπως
είναι σήμερα. Έτσι καθυστερούσαμε πολύ
και μείς το απολαμβάναμε, προπαντός
όταν περνούσαμε σύριζα απ’ τα ψηλά τα
παράθυρα . Είχα έρθει και άλλες φορές
στη Θεσσαλονίκη, αλλά φυσικά πρώτη φορά
με φορτηγό. Θυμάμαι την καρυδένια
ντουλάπα της μαμάς, γεμάτη με σκεπάσματα
και ακόμα, ελάχιστα άλλα ξύλινα έπιπλα, και μπόγους.

Τα
σιδερένια τα κρεβάτια έμειναν για άλλη
φορά, μα με τι μέσον να πάμε να τα πάρουμε
όταν αλλάξαμε σπίτι και είχαμε χώρο; Ο
μπαμπάς έλεγε λίγα πράγματα να πάρουμε
γιατί μάλλον θα ξαναγυρίσουμε στον
Κολινδρό, μα η μαμά, πρώτη και τελευταία
φορά την άκουσα να αντιλέγει, “ούτε
δεμένη δεν ξαναγυρνώ” . Κάπου κάπου ο
μπαμπάς πήγαινε στον Κολινδρό και η
αδελφή μου του παράγγελνε και έφερνε,
κάποια πράγματα που δεν ήταν απαραίτητα
αλλά ήταν όμορφα και μικρά, και μπορούσαν
να μεταφερθούν. Έτσι γλύτωσαν, γιατί αν
έμεναν σε ένα σπίτι που κατέρρεε συνεχώς
ή θα χαλούσαν ή θα περνούσαν σε ξένα
χέρια. Και χάρις στο μεράκι εμάς των
κοριτσιών υπάρχουν ακόμα. Όπως τα κάδρα
που κέντησε η μαμά όταν ήταν κοπέλα ή
μερικά σερβίτσια της γιαγιάς.


Ακόμα
υπάρχει και η ξυλόγλυπτη σφραγίδα
(σφλαστηρό) για τις βασιλόπιτες, που την
χρησιμοποιεί ακόμα η αδελφή μου, για
την τριφτή βασιλόπιτα που κάνει κάθε
χρόνο.


   Η
εγκατάστασή μας σε ένα καινούριο αλλά
πολύ μικρο σπιτάκι, με όμορφη αυλίτσα.
Απ έξω τα καμμένα, μια αλάνα όπου θα
χορτάσω παιχνίδι στα επόμενα χρόνια.

Οδός Κλεισθένους , αρ.8β, πάροδος Κασάνδρου.

   Το
σπιτάκι μας κουκλί. Με τρεχούμενο νερό,
με την τουαλέτα δίπλα στην κουζίνα με
εντοιχισμένο καζάνι για να βράζει η
πλύση, με ηλεκτρικό ρεύμα!!!! “τσακ του
κουμπί – πουφ του ηλεκτρικό”!!! Και
ηλεκτρικό σίδερο παρακαλώ, όχι με
κάρβουνα (σαν αυτό της φωτογραφίας) που το κουνούσε η μαμά για να
πάρει φωτιά.


Ζεσταινόταν πολύ; το έβγαζες
απ την πρίζα, κρύωνε; το ξανάβαζες! (ε!
όχι και με θερμοστάτη, μην τα παραλέμε)
Και ούτε να σου ξεφύγει κανένα καρβουνάκι
και να κάψεις το καλό το φουστάνι. Και
παγωνιέρα, πανέμορφη! Ξύλινη με μπρούτζινα
πόμολα και βρυσάκι. Ούτε ποντίκια, ούτε
γάτες να απειλούν το τυράκι μας. Και
ψωμί; κάθε μέρα φρέσκο. Μια τσάντα πάνινη
που έραψε η μαμά μόνο για το ψωμί, χωρούσε
τέσσερις μεγάλες φόρμες ημίλευκο. Τέτοιο
άρωμα, τέτοια ζεστασιά! δεν το χορταίναμε
το ψωμί. Γιατί στο χωριό, η μαμά
ζύμωνε
μια φορά τη βδομάδα, και προς το
τέλος όταν πια γινόταν σαν πέτρα, το
έκανε παπάρα για να μην το πετάξει.


    Σε
ένα σπιτάκι που αποκλείεται να έφτανε
τα 50 τετραγωνικά, ζούσαμε επτά άτομα
μαζί με τη γιαγιά που ήρθε αργότερα. Και
δεν μας έλειπαν ποτέ οι φιλοξενούμενοι.
Στο δωματιάκι μας είχε δυο ντιβάνια,
στο ένα η αδελφή μου, στο άλλο εγώ με
τον μεγάλο τον αδελφό και στο πάτωμα ο
δεύτερος αδελφός. Στη γωνία η ντάνα με
τα σκεπάσματα όμορφα διπλωμένα και
σκεπασμένα. Σε άλλο δωματιάκι η μαμά
και ο μπαμπάς, σ εναμισάρι ντιβάνι, η
ντουλάπα και η καινούρια ραπτομηχανή
του ποδιού. Μπαίνοντας στο σπίτι σε ένα
χώρο που χωρούσε μόνο το ντιβάνι της,
ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες κοιμόταν
η γιαγιά.


Στην κουζίνα μωσαϊκό και στα
δωμάτια ολοκαίνουρια σανίδια με παρκέ. Τι πιο όμορφο και
πρακτικό για μας που ξέραμε μόνο τα
σανίδια 100 χρονών, που πατούσες το ένα
και σηκωνόταν το άλλο. Το ενοίκιο όμως,
500 δρχ. ακριβό για τα δεδομένα της εποχής,
αλλά ο μπαμπάς μεγαλωμένος στα πούπουλα,
(άσχετα αν χάθηκαν όλα σε ελάχιστο
χρονικό διάστημα, τα φάγανε οι γιατροί),
έλεγε εδώ ήρθαμε για καλύτερα, θα τα
βγάλουμε πέρα.

   Εδώ
επίσης ζεστάθηκε και το κοκαλάκι μας.
Στο τριώροφο πατρικό μου σπίτι, ζεσταίναμε
ένα δωμάτιο με μια σόμπα, το υπόλοιπο
σπίτι παγωμένο. Μα εδώ με μια σόμπα
ζεσταίνονταν ολόκληρο. Και όπως
κοιμόμασταν και όλα τα παιδιά σε ένα
δωμάτιο, απολαμβάναμε τη θαλπωρή.
Ξενυχτούσαμε κουβεντιάζοντας, προσπαθώντας
με τον Γιάννη να συλλάβουμε την έννοια
του απείρου.

   Ήταν
διακοπές του Πάσχα όταν φθάσαμε, και το
πρώτο που έκανε ο μπαμπάς ήταν να πάρει
εφημερίδα και να ψάχνει τις μικρές
αγγελίες για δουλειές. Ο αγώνας άρχιζε,
μα ήταν αγώνας με πολλές ελπίδες και
πολλές προοπτικές. Εδώ υπήρχαν δουλειές,
υπήρχαν σχολεία ημερησία και νυχτερινά,
τεχνικές σχολές, πανεπιστήμιο, υπήρχαν
βιβλιοθήκες, πολλά σινεμά, παραλία,….
και η Έκθεση που την ακούγαμε σαν κάτι
ονειρικό! Ήταν ο παράδεισος για μας τα
παιδιά, μα για τη μαμά άρχιζε ένας αγώνας
χωρίς άλλες επιλογές, απ τον οποίο βγήκε
σίγουρα νικήτρια.

    Μετά
το Πάσχα, σχολείο. Το 45ο δημ. σχολείο,
συστεγαζόταν με άλλα τρία, στο τεράστιο
κτίριο, γνωστό ως σχολείο του Μάνου στο
Κουλέ Καφέ, της άνω πόλης.


    Για
να πάω στο σχολείο περνούσα την οδό
Αθηνάς, παράλληλη της Κασάνδρου, μικρό
τμήμα της οποίας υπάρχει, γιατί αργότερα
δημιουργήθηκε η οδός Ολυμπιάδος. Ήταν
ένας δρόμος με σπίτια διαφορετικά απ
ότι της Κασάνδρου αν και ήταν τόσο κοντά
μεταξύ τους. Και μου έκανε εντύπωση που
είδα μια φορά μία ζωγράφο, να ζωγραφίζει
τα καφασωτά παράθυρα και τα σαχνισιά
ενός σπιτιού. Περνούσα και απ την εκκλησία
της Παναγίας της Λαοδηγήτριας (Λαγουδιανή),
όπου πήγαινα την Κυριακή στο κατηχητικό.


    Μου
άρεζε το κατηχητικό, αυτή η ομαδικότητα,
γιατί παίζαμε πολύ και κάναμε και θέατρο.
Θυμάμαι με συμπάθεια την κατηχήτρια
που μια φορά της λέω “γιατί κυρία να
πούμε όλη την παραβολή, αφού την ξέρουμε;
να πούμε μόνο το “δίδαγμα” και το
“ρητό”, φτάνουν αυτά. Για να προλάβουμε
να παίξουμε πολύ” …και όμως συμφώνησε!

    Στο
Κουλέ Καφέ επίσης, δίπλα στο σχολείο
ήταν ένα παράρτημα της δημοτικής
βιβλιοθήκης, από όπου δανειζόμουν
βιβλία. Στεγαζόταν σε ένα μικρό μαγαζάκι,
με ξύλινη τζαμαρία σε όλη τη πρόσοψη,
γκρίζα ξεφτισμένη λαδομπογιά και μια
μυρωδιά κιτρινισμένου χαρτιού και
τυπογραφικού μελανιού, που την έχω ακόμα
στη μύτη μου.

Άρχιζε λοιπόν η ζωή μου να έχει μεγάλο ενδιαφέρον….

Η επαγγελματική μου ενασχόληση


Η
επαγγελματική μου δραστηριότητα

(1963-2007…και βάλε)

Πράγματι
στα καπνά δεν δούλεψα ποτέ, αλλά…

…το
καλοκαίρι όταν τέλειωσα την 5η δημοτικού

σε
ηλικία 11 χρονών, πήγα να δουλέψω σε μια
κυρία που συνεργαζόταν με την αδελφή
μου, και έκανε κεντήματα. Έμαθα λοιπόν
να κεντάω πλακέ σε είδη προικός.

Όπως
ξέρουν όλοι οι τεχνίτες περισσότερο
χρόνο και μεράκι χρειάζεται η προεργασία
μιας δουλειάς, παρά η δουλειά η ίδια.
Έτσι και εδώ έπρεπε να μετράω και να
ριγώνω γύρω γύρω στα σεντόνια με μολύβι.
Μετά να διπλώνω το ύφασμα και να το
τρυπώνω. Μετά να γαζώνω τις γωνίες απ
την ανάποδη και να τις γυρνάω. Μετά να
κάνω το πλακέ πάνω στην ρίγα που είχα
κάνει, και τέλος να κόβω το ύφασμα που
περίσσευε απ’ την ανάποδη. Μου άρεζε
όμως, γιατί αισθανόμουνα “μεγάλη”.
Μπορούσα τώρα και εγώ όπως τα αδέλφια
μου να δίνω ένα μέρος του εισοδήματός
μου στη μαμά. Τριάντα δραχμές βδομαδιάτικο,
τις είκοσι τις έδινα και μου έμεναν δέκα
ολόκληρες δραχμές δικές μου

Μια
φορά δουλεύοντας στη μηχανή τρύπησα το
δάχτυλό μου. Μπήκε το βελόνι από το νύχι
και βγήκε από την άλλη μεριά του δάχτυλου.
Ζαλίστηκα απ το φόβο, και η γιαγιά του
σπιτιού μου έδωσε νερό με λίγο ούζο
μέσα να πιω, και συνήλθα. Μου είπε τότε
“καλό σημάδι, σίγουρα θα μάθεις” Ναι
έμαθα και αυτή την τέχνη, όπως και τόσες
άλλες. Και μ’ αρέσει ακόμα να μαθαίνω…

Απ
το δημοτικό ακόμα όταν τα άλλα παιδιά
δεν τολμούσαν να πάνε ούτε ως την Αγίου
Δημητρίου, πρώτη παράλληλος της Κασάνδρου,
εγώ είχα μάθει όλη την αγορά απ’ έξω.
Ήξερα το κάθε μαγαζί, την κάθε στοά, την
κάθε τρύπα. Πού πουλούσαν χάνδρες,,
κλωστές,
μαλλιά, κουμπιά , σχέδια για
κεντήματα,… τα πάντα από υλικά
, για
ράψιμο , κέντημα
και πλέξιμο.

   Βοηθούσα
έτσι τα αδέλφια μου στην προμήθεια
υλικών, για τη δουλειά τους. Στοά Σαούλ,
στοά Καράσο, στοά Χρυσικοπούλου, στοά
Μοδιάνο (εδώ πήγαινα για ιδιαίτερα
λαχανικά), Μπεζεστένι…,


Ίωνος
Δραγούμη, Βενιζέλου, Ερμού, Βασ. Ηρακλείου,
Τσιμιστή, Καρόλου Ντηλ,…

Τα
μεγάλα μου αδέλφια γρήγορα κατάφεραν
να γίνουν περιζήτητοι για τα έργα τους.
Η αδελφή μου και ο μεγάλος αδελφός,
αυτούς βοηθούσα. Ο άλλος αδελφός μου
την ημέρα δούλευε και έφτιαχνε φωτεινές

ε
πιγραφές, και το βράδυ πήγαινε σε
τεχνική σχολή.

Έτσι
τελείωσε Ηλεκτροτεχνίτης και μετά
Ηλεκτρολόγος. Και όμως του έμενε χρόνος
και πήγαινε κάθε μέρα σινεμά. Είχε
φτιάξει όλες τις φωτεινές επιγραφές
των κεντρικών κινηματογράφων και είχε
το ελεύθερο να πηγαίνει σε όποιον ήθελε.
Έτσι την Κυριακή ήταν σε θέση να πει και
σε μας σε ποια ταινία να πάμε, αφού τις
είχε δει όλες και ήξερε τι θα μας αρέσει.

Στο
γυμνάσιο, εξακολουθούσα βέβαια να βοηθάω
τα αδέλφια μου. Έμαθα να κεντάω όλες τις
ελεύθερες βελονιές

και
προπαντός να σχεδιάζω όλα αυτά. Η αδελφή
μου ήταν ικανή να ζωγραφίζει με το
βελόνι! Σε ένα φόρεμα από πανάκριβο
γαλλικό ύφασμα δεν επιτρεπόταν βέβαια
να χρησιμοποιήσεις μολύβι, στυλό, πόσο
μάλλον καρμπόν. Ε λοιπόν, έπαιρνε το
βελόνι με την κλωστή και ζωγράφιζε με
το μάτι, ολόκληρο φόρεμα τρυπώνοντας.
Και εκεί επάνω μετά κεντούσε με κλωστές,
κυρίως χρυσό σε διάφορες αποχρώσεις
και χάνδρες. Συνεργαζόταν με έναν οίκο
μόδας και πριν από κάθε επίδειξη είχαμε
ξενύχτια.

Και
ο αδελφός μου έφτιαχνε πλεκτά. Πανέμορφα!
κάθε χρόνο έπρεπε να βγάζει καινούρια
σχέδια, και να κυνηγάει την τεχνολογία,
η οποία όπως σε κάθε κλάδο κάλπαζε. Στο
τέλος είχε μηχανές που δούλευαν με
υπολογιστή και έπρεπε να βγάζει σχέδια
και να τα εφαρμόζει σε διάτρητες κάρτες…

Μαζί
τους λοιπόν και εγώ, έμαθα να ράβω και
στη ραπτομηχανή και στον κοπτοράπτη.


Κάποτε
είδα μια αγγελία για πλασιέ βιβλίων.
Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να έχω να κάνω
με βιβλία.

Θα
περνούσαν απ το χέρι μου τόσα βιβλία
που ως τώρα τα δανειζόμουνα από φίλους
και βιβλιοθήκες. Εδώ απέτυχα παταγωδώς.
Ούτε ένα βιβλίο πούλησα, δεν το είχα το
πλασάρισμα…

Όταν
τέλειωσα το γυμνάσιο, και έδωσα εξετάσεις
στο μικρό πολυτεχνείο δεν πέρασα την
πρώτη φορά. Άρχισα λοιπόν φροντιστήριο,
αλλά παράλληλα και δουλειά. Α! Τώρα ήμουν
πολύ τυχερή. Δούλεψα στην ΑΡΓΩ ΦΙΛΜ
ΕΛΛΑΣ. Ήταν μια εταιρία στην οδό Καρόλου
Ντηλ που έφερνε απ’ την Πολωνία και
πουλούσε πιάνα, αλλά συγχρόνως έφτιαχνε
και παιδικές ταινίες για 8αρες μηχανές
προβολής.

 Αυτές
οι ταινιούλες ήταν παιδικά παραμύθια,
ή εκπαιδευτικές. Εκεί δούλευε η ξαδέλφη
μου ζωγράφος, πολύ γνωστή τώρα πια, η
Αθηνά Λατινοπούλου. Εκείνη κυρίως, αλλά
και εγώ σε ποιο απλά πράγματα ζωγραφίζαμε
τις μακέτες. Μετά εγώ έβαζα τους υπότιτλους
με letraset (τα γράμματα που
τα πατούσες ένα ένα και έπρεπε να είναι
σε ίσια σειρά και κεντραρισμένα).
 

Μετά
ο φωτογράφος φωτογράφιζε τις μακέτες
μία μία. Δουλειά που τώρα με τα προγράμματα
Corel, photoshop και άλλα, γίνεται
σε μια μέρα, τότε γινόταν σε εβδομάδες.
Γιατί ακολουθούσε εμφάνιση του φιλμ,
και διάφορες δοκιμές για να δούμε το
αποτέλεσμα. Ήμουν όμως στο στοιχείο
μου. Πολλές δουλειές σε μία. Και ξαφνικά
ακούγαμε από κάτω τον κυρ. Αντώνη να
παίζει πιάνο. Όποτε του την έδινε κανένας
πελάτης, μόλις εκείνος έφευγε μας έπαιζε
κάποιο κομμάτι. Σ’ αυτό τον χώρο, ήταν η
πιο ευχάριστη δουλειά που έκανα στη ζωή
μου.

Κάποτε
αφού πέρασα στη Σιβιτανίδειο σχολή της
Αθήνας και στον Ευκλείδη συγχρόνως,
επέλεξα να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη.
Και από το πρώτο έτος κιόλας άρχισα να
παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών
σε μαθήτριες 3ης γυμνασίου. Τώρα πια
υπήρχε για πρώτη φορά λύκειο, και έμπαιναν
οι μαθητές με εισαγωγικές εξετάσεις.
Α! Εδώ πρωτοπόρος δασκάλα. Όταν με
ρωτούσαν τι να μάθουμε για το άλλο
μάθημα, έλεγα “τίποτα” θα τα βρίσκεται
όλα μόνοι σας. Η Άλγεβρα είναι πράξεις,
αν μάθεις πέντε ταυτότητες, έμαθες όλη
την Άλγεβρα 

Και
η Γεωμετρία είναι σχήματα.

Αν
κάνεις σωστό σχήμα, σου μιλάει μόνο του,
σου λέει πώς να λύσεις το πρόβλημα, ή
πως να αποδείξεις ένα θεώρημα.

Τα
καλοκαίρια δούλεψα και ταμίας σε
πολυκατάστημα και πωλήτρια σε μαγαζάκι.
Μα εδώ δεν τα κατάφερνα, αποτυχία.

E! και όπως κάθε φοιτήτρια, δούλεψα και μπέιμπυ σίτερ.

Και
κάποτε τελείωσα τη Σχολή Ανωτέρων
Ηλεκτρονικών. Τώρα πια έπρεπε να δουλέψω
στο αντικείμενό μου. Μικρές αγγελίες
λοιπόν.

Η
πρώτη δουλειά που βρήκα ήταν προϊσταμένη
προσωπικού σε υφαντήριο όπου είχε
μερικές καινούριες μηχανές, και χρειαζόταν
ηλεκτρονικό. Πω! πω! Τύχη! Τρελάθηκα,
άλλοι ακόμα ψάχνουν δουλειά στο
αντικείμενό τους. Μόλις μπήκα, οι
κοπελίτσες μου έδωσαν μία ρόμπα και ένα
μαντίλι να δέσω στα μαλλιά μου και μου
είπαν “σε καμιά περίπτωση μην ξυθείς”
Μου φάνηκε παράξενο, όλες πολύ γλυκές
κοπέλες, πολύ μικρότερες από μένα
προσπαθούσαν να με κατατοπίσουν. Αλλά
από κάποια στιγμή ένα χνούδι άρχισε να
επικάθεται επάνω μου και με φαγούριζε.
Ξύθηκα ασυναίσθητα και αυτό ήταν.
Τρελάθηκα στη φαγούρα, δεν άντεξα και στις
12 έφυγα, τα κορίτσια με αποχαιρέτησαν
λυπημένα.

‘Αντε
πάλι να ψάχνω δουλειά στο αντικείμενό
μου

Ωπ!
το βρήκαμε με μια φίλη και συναδέλφισσα.
Εργοστάσιο Τηλεοράσεων UNITEL
μετά το Σέδες. Και εδώ επιτέλους θα
εφαρμόσω αυτά που σπούδασα. Τελικός
ηλεκτρονικός έλεγχος στις τηλεοράσεις.
Το πολύμετρο στο χέρι και επί το έργον 

Καλά
τα πήγαμε στη δουλειά, αλλά…. η παραγωγή
του εργοστασίου από τότε που πήγαμε
εμείς έπεσε στο μισό. Γιατί εμείς ήμασταν
οι “συνειδητοποιημένες – ψαγμένες”
και επηρεάζαμε και τους άλλους φανερά.
Και φυσικά σε δέκα μήνες μας απέλυσαν.

Και
η ίδια φίλη έμαθε για το Δημοκρίτειο
Πανεπιστήμιο Θράκης, που τότε δεν είχε
λειτουργία παρά έναν χρόνο.


Μακριά μας
φάνηκε η Ξάνθη, δεν είχαμε και πολλές
ελπίδες, γιατί για τις ίδιες θέσεις στη
Θεσσαλονίκη έπρεπε να έχεις γερούς
δεσμούς με γραμματείς και καθηγητές,
αλλά κάναμε τα χαρτιά μας. Για τις
συγκεκριμένες θέσεις Παρασκευαστών,
ζητούσαν βέβαια πτυχία ηλεκτρονικών,
αλλά σε προσλάμβαναν σαν απόφοιτο
γυμνασίου (εξατάξιου), με τριετείς
θητείες. Ώσπου να αναγνωριστούν τα
πτυχία μας και να κατακτήσουμε τη
μονιμότητα πολλές απεργίες, πολλές
διαβουλεύσεις με τα υπουργεία. Οι
υποψήφιοι λίγοι, οπότε μας προσέλαβαν.
Εμείς τότε και στην Αραβία να βρίσκαμε
δουλειά, θα πηγαίναμε. Θέλαμε και να
φύγουμε απ το σπίτι, ήταν μια εμπειρία
που δεν την είχαμε δοκιμάσει, οπότε με
τη σκέψη ότι θα ψάχνουμε εν τω μεταξύ
κάτι στην Θεσσαλονίκη, μετακομίσαμε
στην Ξάνθη. Έκανα οικογένεια και έμεινα
για πάντα εδώ, τριάντα χρόνια δουλειάς.
Πολλές φορές αυτό το διάστημα της
δουλειάς, μου φαίνεται σαν ένα μικρό
διάλειμμα στην υπόλοιπη ζωή μου. Δεν
ξέρω, ίσως γιατί την σκέψη μου, την
απορροφούσε η ζωή των παιδιών, ή ίσως
γιατί αναγκαστικά για χρόνια έκανα
συνέχεια τις ίδιες δουλειές, αν και
υπήρχε κάποια ποικιλία. Σχέδιο,
γραμματειακή υποστήριξη, εργαστήρια,
επιτηρήσεις,…

Και
τώρα; κάαααααθομαι!

Λέτε
να τερματίζεται εδώ η “καριέρα” μου;
Μπορεί και όχι..

Κάποια
πρόταση είναι στον αέρα για διδασκαλία
σε σεμινάρια, σε σχολή ειδίκευσης
μοντεσοριανής εκπαίδευσης, όταν οργανωθεί
καινούριο τμήμα.

 

Διδασκαλία
κεντήματος. Γιατί όχι; ίδωμεν…..

Η τρίτη πατρίδα μου (Μέρος ΣΤ)

Η
3η πατρίδα μου (Μέρος ΣΤ)

Πολιτισμικό
μωσαϊκό


Βλέπουμε:

Μερος Α   http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1810.entry

Μερος Β   http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1835.entry 

Μερος Γ   http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1861.entry

Μέρος Δ  http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1909.entry

   Η μικρούλα
Ξάνθη, όπως και όλη η Ελλάδα έμελλε να
γίνει μια μητρόπολη του κόσμου. Σε
πολλούς φαίνεται παράξενο, ίσως και
ενοχλητικό, κινδυνεύει λέει η καθαρότητα
της φυλής… Ποιά καθαρότητα αλήθεια;
Θυμάστε το έργο του Δημ. Βυζάντιου
“Βαβυλωνία”; Εκεί έχουμε τον Ανατολίτη,
τον λογιώτατο, τον Χίο, τον Πελοποννήσιο,
τον Αλβανό, τον Κρητικό, τον αστυνόμο,
τον Κύπριο, τον γιατρό. Μιλούν όλοι
“ελληνικά” αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει
τους υπόλοιπους.

Στην Ιστορία
της Ελλάδας μα και όλων των χωρών των Βαλκανίων, υπήρξαν
πολλές πολυπολιτισμικές εποχές. Θα αναφέρω μόνο τη
Θεσσαλονίκη στα τέλη του 19ου και αρχές
του 20ου αιώνα, που φιλοξενούσε Έλληνες
Χριστιανούς, Τούρκους, Εβραίους
Σεφαραδίτες, Αρμένιους, Βούλγαρους,
Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, με πολλές
διαφοροποιήσεις, εθνολογικές, θρησκευτικές
και σε διάφορες επιμειξίες.. (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,
ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ,
Mark Mazower).

Από την Ελλάδα πέρασαν επίσης Καταλανοί (ας το ψάξουμε λίγο), Ιταλοί, Γερμανοί, ….


   Οταν ήρθα
στην Ξάνθη, υπήρχαν Ελληνες Χριστιανοί,
τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι, σλαβόφωνοι
Πομάκοι, Τουρκόγυφτοι, Γραικόγυφτοι,
Αρμένιοι…

Στην Παλιά
Ξάνθη βλέπουμε τζαμί


απέναντι
σε παρεκκλήσι,


και τον
πρώην κινηματογράφο ΟΛΥΜΠΙΑ που στεγάζει το παιχνίδι Μποουλινγκ

…απέναντι
στο εργαστήριο του φίλου μου Δημήτρη
Σταθόπουλου με τις πανέμορφες ακουαρέλες
του, όπου μπήκα να πω Καλημέρα και μου έφτιαξε σοκολάτα για να ξεκουραστώ.


Και λίγο
πιο πέρα το Υπουργείο Εξωτερικών που
στεγάζεται σε ένα πανέμορφο κτίριο,
πρώην Κέντρο Τέχνης!


Λίγο πιο
πάνω μικρά σπιτάκια και τι σύμπτωση όταν
έκανα τη βόλτα μου, είδα τον κύριο που
επιβλέπει το κρέας για το κουρμπάνι



εκεί κοντά


και σε
απόσταση 100 μέτρων



Και ανάμεσα σε σπιτάκια και σπίτια, βλέπουμε και "παλάτια"



    Σε όλους
αυτούς τους κατοίκους που συμβιώνουν αρμονικά,
προστέθηκαν συνάνθρωποί μας από Ρωσία,
Αρμενία, Γεωργία, Ρουμανία, Βουλγαρία,
Αλβανία. Τα πάρκα που ήταν κάποτε
σκουπιδότοποι και ελεύθερα ουρητήρια,
τώρα σφύζουν από ζωή και δημιουργία. Το
πρωί άντρες ηλικιωμένοι, αποφεύγοντας
την μπόχα του καφενείου, ίσως και για
οικονομικούς λόγους, παίζουν τάβλι,
σκάκι, χαρτιά, συζητάνε. Θυμάμαι μια όμορφη
σκηνή, ένα καλοκαιρινό σούρουπο, με
πολλούς άντρες γύρω από μια σκακιέρα
που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον και
χωρίς να ακούγεται το παραμικρό παρά
μόνον η φωνή ενός άντρα που με στόμφο
διάβαζε ποιήματα.

Και ξέρετε τι κάνουν;
Εχει ο καθένας την καρέκλα του και το
βράδυ τις αραδιάζουν έτσι όμορφα και
κανείς δεν τις πειράζει.


Το απόγευμα
είναι σειρά των γιαγιάδων με τα εγγονάκια
να κατακλύσουν τα πάρκα, όπως και τα
μεγαλύτερα παιδιά που παίζουν μπάλα,
και τα γεμίζουν ζωή.

    Και ενώ
από την μια έρχεται τόσος κόσμος, που
τους υποσχέθηκαν οτι σε κάθε ζευγάρι ο
ένας τουλάχιστον θα έχει δουλειά, από
την άλλη οι στυλοβάτες της κοινωνίας
μας οι επενδυτές βιομήχανοι, και καλοί
“πατριώτες” μεταφέρουν τα εργοστάσια
στην Βουλγαρία. Ετσι λοιπόν, τους
ομογενείς μας εξ ανατολών, τους τάξανε
λαγούς με πετραχήλια, τους δώσανε και
δάνεια ή οικόπεδα σε περιοχές σαν την
Ξάνθη, τους ψιλοπιέζουν και να βαπτιστούν (ποιός μίλησε για προσηλυτισμό ή εκβιασμό) για να αλλάξουν την αναλογία
μεταξύ των θρησκειών, τους καλλιεργούν
και ένα ρατσισμό, και αντί να πάμε
μπροστά, πάμε πίσω.

     Όμως η γοητεία δεν
παύει να υπάρχει, παρ’ όλα τα προβλήματα.
Έτσι βλέπουμε κάποιες γυναίκες, με μια
εμφάνιση και μία συμπεριφορά σαν να
ξέφυγαν από μυθιστόρημα του Τολστόι.
Φαίνεται στον τρόπο που μιλούν, στον
τρόπο που φοράνε το καπέλο, στον τρόπο
που φοράνε τα γάντια. Και από την άλλη
κάποιες αυθεντικές πόντιες γυναίκες
ξεχωρίζουν με την προφορά τους και με τα αδρά χαρακτηριστικά τους.

     Στη Θράκη, εκτός
από την εκπαίδευση και τις άλλες δημόσιες
υπηρεσίες, μόνο κάποια μικρομάγαζα
ξεφυτρώνουν και εξαφανίζονται σε
μερικούς μήνες. Και ξέρετε ποιοι φωνάζουν
περισσότερο; οι μαγαζάτορες που δουλεύουν
με κέρδος 500% και βάλε… Βέβαια υπάρχουν πάρα πολλά φαγάδικα, καφε, στέκια νεολαίας και οχι μονο.

Αλλά ας μην αρχίσω
τη γκρίνια, μια και είμαι από τη φύση
μου αισιόδοξο άτομο.

Χαίρομαι να ακούω
τη Ντόμα απ’ τη Γεωργία να μιλάει με τον άντρα μου, για το Σουχούμι της Απχαζίας, από
όπου ήρθε και ο πατέρας του το 1922. Χαίρομαι
να ακούω τους μύθους της Αρμενίας από
την Χριστίνα, με άντρα ποντιακής
καταγωγής που ήρθε με τα παιδιά της και
τα εγγόνια της όταν μαίνονταν ο πόλεμος
στην πατρίδα τους. Μου χάρισε και αυτό
το ανάγλυφο με την κοπέλα που κρατάει
φωτιά για να τη βρει ο καλός της που
έρχεται κολυμπώντας. Είναι παραλλαγή
του μύθου του Λέανδρου και του κρυφού
του έρωτα για την Ηρώ. Βλέπουμε πανάρχαιους μύθους να διασώζονται από πολλούς λαούς σε διαφορετικές εκδοχές.


   Στην Ξανθη όπου ζω, υπάρχουν πολλά μικτά ζευγάρια τωρα πια, πράγμα ίσως αδιανόητο για την εποχή που ήρθα. Τα νέα παιδιά που μεγαλώνουν μαζί, που παίζουν μαζί, που σπουδάζουν μαζί, είναι φυσικό και να ερωτεύονται. Οι προκαταλήψεις δυστυχώς χώρισαν πολλά ζευγαρια στο παρελθόν, μα σιγα σιγα ξεπερνιέται αυτό.

   Ας αφήσουμε λέω εγώ, τη φύση να κάνει τις επιλογές της. Ξέρει τι κάνει! βρίσκει τρόπο να βελτιώνει τα είδη!  Είναι γνωστά τα αποτελέσματα των γάμων μεταξύ "γαλαζοαίματων" (αιμοφιλία κτλ), ξέρουμε και τα αποτελέσματα των γάμων σε κλειστές κοινωνίες. Στην Ισλανδία π.χ. λόγω της απομόνωσης και φυσικά των γάμων μεταξύ συγγενών έμουμε διαδεδομένες ορισμένες αρώστιες. Και στη Σαμοθράκη λένε οτι όλοι είναι συγγενείς μεταξύ τους.

    Και ένα συμβάν στο παζάρι Ξάνθης: Μια φορά κοιτούσα κάποια αντρικά μπουφάν και ρώτησα την κυρία που τα πουλούσε αν πηγαίνει και στην Αλεξανδρούπολη, γιατί ενδιαφέρεται η φίλη μου. ΝΑΙ, μου λέει, αλλά που να με βρει που με έριξαν μέσα στους Ρώσους; Και η κυρία ήταν τσιγγάνα!


Ας διατηρήσουμε την καθαρότητα του μυαλού μας πάνω απ ‘ολα…

….διαύγεια πνεύματος!

Η τρίτη πατρίδα μου (Μέρος Ε)

Η
3η πατρίδα μου (Μέρος E)

Άρωμα
καπνού

Μερος Α
http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1810.entry

Μερος Β
http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1835.entry 

Μερος Γ
http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1861.entry

Μέρος Δ

http://cid-f87cd9f624cd076d.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!1909.entry


     
Στην
προσχολική μου ηλικία και μέχρι τα εννιά
μου χρόνια, για τρεις συνεχόμενες χρονιές
βάζαμε και εμείς καπνό όπως όλες σχεδόν
οι οικογένειες στον Κολινδρό. Για μια
οικογένεια που πάντα είχε τον τρόπο της
και ξαφνικά έμεινε χωρίς άλλους πόρους,
δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ετσι κάθε χρόνο το
καλοκαίρι θυμάμαι, ο μπαμπάς μου με τη
βοήθεια του θείου μου, φτιάχναν μία
καλύβα από ξύλα στη μέση ενός χωραφιού
και μέναμε εκεί για μερικούς μήνες του
καλοκαιριού. Η στέγη ήταν από λαμαρίνες
και οι τρύπες που υπήρχαν βούλωναν με
μιλούρα (η μαυρίλα που άφηνε ο καπνός
στα χέρια). Ολη η επίπλωση ήταν ένα
τεράστιο αυτοσχέδιο ξύλινο κρεββάτι
όπου κοιμόμασταν τα τέσσερα αδέλφια
και η μαμά μας, και ενα αλουμινένιο
ντιβάνι, σχεδόν στην είσοδο της καλύβας
όπου κοιμόταν ο μπαμπάς. Να σας πω την
αλήθεια δεν θυμάμαι που ακριβώς κοιμόταν
η μαμά, ποτέ δεν προέβλεπε για τον εαυτό
της τίποτα. Πρώτα όλοι οι άλλοι. Ασε που
δεν βλέπαμε καν αν είχε χρόνο να κοιμηθεί.
Από σκεύη, τα μόνα που θυμάμαι είναι
ένα γυάλινο μπουκάλι που πήγαινα εγώ
να το γεμίσω κάθε λίγο στην κοντινή πηγή
και μερικά εμαγιέ κατσαρόλια (σαν τις
σημερινές κούπες) για να πίνουμε νερό.
Τα σκεύη της κουζίνας και ο καθημερινός
αγώνας με αυτά, ήταν δουλειά της μαμάς
που τα φρόντιζε και τα προστάτευε από
σκόνη και απ τα ζωηρά παιδιά της, γι αυτό
και δεν θυμάμαι τίποτα από αυτά.. Ημουν
η πιο μικρή και χαϊδεμένη και δεν δούλεψα
ποτέ. Τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, στην
εφηβεία. Και είχαν το μεγαλύτερο όγκο
της δουλειάς. Καρύκια (φυτώρια), φυτεία,
πότισμα, σπάσιμο, μπούρλιασμα (πέρασμα
με βελόνες σε ράμματα), άπλωμα στον ήλιο
και στο τέλος του καλοκαιριού ερχόταν
μια μηχανή να κάνει το καπνό δέματα.


Λιάστρες που ακόμα και τώρα χρησιμοποιούνται από καπνοκαλλλιεργητές

(Παλιά φωτογραφία από το Μαγικό Ξάνθης)

      Εκεί στο χωράφι λοιπόν γινόταν όλα, με ότι μέσα
διαθέτανε. Και θα πρέπει να ήταν πάρα
πολύ δύσκολο αν σκεφτούμε οτι το σπίτι
μας, ήταν κλασσικό μακεδονίτικο αρχοντικό,
δυόροφο με δέκα δωμάτια μοιρασμένα σε
δυο οικογένειες.

Και
από εισόδημα; όταν πουλούσαν το καπνό,
και αν ο εκτιμητής δεν το έβγαζε εν τω
μεταξύ σκάρτο, και πέρνανε κάποιο ποσό,
με το ζόρι έφτανε να καλύψει τα βερεσέδια
όλου του χρόνου, και να αγοράσει η μαμά
λίγα μέτρα έτοιμη δαντελένια κουρτίνα
που μόλις τότε βγήκε, και ότι άλλο
χρειαζόταν για να μας έχει εμάς άψογα!

Εκείνα
τα χρόνια προσπαθούσαμε τα εξασφαλίσουμε
διάφορα κουτιά από τσιγάρα. Το πάνω
μέρος τους το χρησιμοποιούσαμε για να
παίζουμε ένα παιχνίδι με κάρτες, και
την ανάποδη του σκληρού κουτιού, για να
σχεδιάζουμε, να κάνουμε τρύπες με την
καρφίτσα σε απόσταση 2 χιλιοστών περίπου
και να κεντάμε μετά περνώντας το βελόνι
απ’ αυτές τις τρύπες. Τα πιο σπάνια κουτιά
ήταν από τσιγάρα ΔΗΛΟΣ και Sante
που μας γοήτευε με την απελευθερωμένη
γυναίκα που εικονιζόταν σε αυτό

…και
ήρθε το 1961 και με την τεράστια εσωτερική
μετανάστευση πήγαμε στη Θεσσαλονίκη.
Αλλά τα καπνά δεν τα ξεχνούσα. Καθημερινά
άκουγα τη μαμά μας να λέει πόσο δύσκολα
ήταν.

Αλλά
και όποτε περνούσα απ’ την οδό Βασ.
Ηρακλείου, ένα μείγμα μυρωδιάς καπνού
και σοκολάτας έμενε στα ρουθούνια μου
για μέρες. Ήταν εκεί ένα καπνομάγαζο
και απέναντι το εργοστάσιο του Φλόκα…

Και στο σπίτι,
ο μπαμπάς να συμβουλεύει τα αγόρια να
μην καπνίσουν τουλάχιστον ώσπου να πάνε
στρατιώτες, και τελικά δεν κάπνισαν
ποτέ. Αλλά εμάς τα κορίτσια δεν μας
συμβούλεψε ποτέ, γι αυτό καπνίζαμε. Και
όταν καμιά φορά ερχόταν απ’ τη δουλειά
και του μύριζε το δικό μας τσιγάρο, μας
έλεγε "γιατί δεν ανοίγεται κανένα παράθυρο
να μην το καταλάβω;"

Είχαμε
και το πειραχτήρι τον ξάδελφό μας, φοιτητής τότε, που
καμιά φορά με έστελνε με μία δραχμή στο
περίπτερο και του αγόραζα 4 τσιγάρα
χύμα. Και άλλες φορές μας κερνούσε
τσιγάρο, και μετά έσερνε τα πόδια να
νομίζουμε οτι έρχεται η γιαγιά και το
σβήναμε άρον άρον…

…και
ήρθε το 1977, άνοιξα τα φτερά μου και πήγα
να δουλέψω στο καινούριο τότε Δημοκρίτειο
Πανεπιστήμιο, στην Ξάνθη.

Την
πρώτη μέρα που ήρθα γινόταν τα εγκαίνια
του Λαογραφικού Μουσείου της ΦΕΞ
(Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης).


Εκεί
είδα μερικά έργα τέχνης φτιαγμένα από
πολύ μικρά φύλλα καπνού και κάποιες
αναφορές στην ιστορία του. Εχουν γραφτεί
πολλά σχετικά βιβλία για την ιστορία
του καπνού σε Ξάνθη και Καβάλα. Ολη η
πρωτοπορία που εργατικού κινήματος
ήταν  καπνεργάτες. Μα αλίμονο, κανένας
σεβασμός σ αυτήν την ιστορία. Στην Ξάνθη
όταν ήρθα, μία περιοχή ήταν όλο τεράστια
κτίρια πρώην καπνομάγαζα – καπναποθήκες,
στο κέντρο σχεδόν της πόλης.



Και
κολλητά σε αυτά ωραιότατα σπίτια,
φτιαγμένα με απίστευτο μεράκι.

Τα
πιο πολλά έμειναν έτσι στο έλεος του
χρόνου, και της “ιδιωτικής πρωτοβουλίας”
διαλύθηκαν ή κάηκαν. Πολλά χάσκουν με
τα τζάμια σπασμένα και τους ισόγειους
χώρους σκουπιδότοπους. Μερικά όμως
σώθηκαν όπως αυτά που στεγάζουν την
Ακαδημία Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης

την
Υπερνομαρχία (βλ. Μερος Β), και το ΚΑΠΗ
του Δήμου Ξανθης


Κάτι
άλλο που θυμάμαι επίσης, είναι κάποια
καλοκαιρινά βράδια, όταν μετά από
ολονύκτιες συζητήσεις στην πλατεία της
Ξάνθης, αποφασίζαμε να πάμε για ύπνο.
Μόλις κάπως δρόσιζε, θυμόμασταν ότι
στις επτά έπρεπε να ξυπνήσουμε για να
πάμε στη δουλειά, και επομένως να
κοιμηθούμε. Τότε στην απόλυτη ησυχία
της μικρής μας πόλης, ακουγόταν κάποια
κάρα, με ολόκληρες οικογένειες επάνω, που πηγαίναν για
σπάσιμο καπνού.

Η
μυρωδιά του καπνού μου έρχεται στα
ρουθούνια και τώρα ακόμα πολλά βράδια
του καλοκαιριού. Στο χωριό που μένουμε
το καλοκαίρι, κοντά στο σπιτάκι μας,
καλλιεργούν καπνό και τα βράδια οταν
έχει ζέστη, υγρασία και νοτιά, το άρωμα
του φρέσκου καπνού μπαίνει απ το παράθυρό
μου, μαζί με το τραγούδι του γρύλου, και
μου ξυπνάει παιδικές μνήμες.

Στην Ξάνθη, στο βουνό και στον κάμπο, εξακολουθούν να καλλιεργούν καπνά. Στο βουνό οι πομάκοι, και στον κάμπο οι τούρκοι, τα δουλεύουν μόνοι τους. Ομως στον κάμπο επίσης κάθε καλοκαίρι κατασκηνώνουν οικογένειες τσιγγάνων και αναλαμβάνουν τη δουλεία, στα καπνοχώραφα αυτών που διαθέτουν πολλά στρέματα. Εδώ υπάρχει το συνεταιριστικό εργοστάσιο ΣΕΚΑΠ που απορροφά όλη τη σοδειά, αλλά από όσο ξέρω έχει μόνιμο πρόβλημα επιβίωσης….

Λένε
οτι κ
άποιο
μυστήριο υπάρχει στα καπνοτόπια. Ο
συνδυασμός των κλιματολογικών αλλαγών,
ήλιου και υγρασίας, το φτωχό χώμα, οι
εργασίες της μεγάλης υπομονής και
επιμέλειας των καπνοπαραγωγών, η αργή
ζύμωση δίνουν την ευγενέστερη, την πιο
υγιεινή ποικιλία, τις μικρόφυλλες
γευστικές και αρωματικές ποικιλίες.
Από
αυτά τα ανατολικά

καπνά ο καπνός της Μακεδονίας και της
Ξάνθης (ιδιαίτερα της Χρύσας και της
Μορσίνης)
υπερείχε
πάντα.

Την
μυρωδιά λοιπόν του φρέσκου αλλά και του
αποξηραμένου καπνού όποτε την συναντήσω
την αναπνέω με απόλαυση, συνοδεύει τη
ζωή μου εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια…όμως δεν καπνίζω εδώ και 31 χρόνια και την καπνίλα που έχει εμποτίσει
τα σπίτια, τα ρούχα, τα βιβλία, τα μαλλιά
των νέων ανθρώπων… δεν την αντέχω 🙂

Η τρίτη πατρίδα μου (Μέρος Δ)

      Είμαστε στο καλοκαίρι του 1977. Ένας
φίλος γιατρός έκανε το αγροτικό του,
στα πομακοχώρια της Ξάνθης. Προς τιμήν
του γιατρού λοιπόν, ένας χωριανός έσφαξε ουλάκι
(μικρό κατσικάκι) και τον κάλεσε. Και
κείνος πήρε μαζί του τον ξάδελφό του
και εμένα που ήμουν νίοφερτη στην Ξάνθη
να πάμε παρέα.

"Αύριο
πρωί, μου λέει, να πας στην αστυνομία να
βγάλεις άδεια”.

"Ορίστε;"

Και
όμως φίλοι μου στον δρόμο απ την Ξάνθη
προς το βορρά μετά από οκτώ χιλιόμετρα
ο δρόμος χωρίζεται. Αριστερά αν πας,
κατευθύνεσαι προς Σταυρούπουλη – Δράμα.
Δεξιά όμως στην αρχή του δρόμου για
Εχίνο και άλλα μικρά χωριά, υπήρχε
στρατιωτικό φυλάκιο με την περίφημη
“μπάρα” και για να περάσεις χρειαζόταν
ειδική άδεια απ την αστυνομία. Επιτηρούμενη
ζώνη! ήταν όλη η ορεινή περιοχή στα σύνορα
με την Βουλγαρία
και
στην οποία βρίσκεται το σύνολο σχεδόν
των χωριών των Πομάκων
!
Αυτή η μπάρα καταργήθηκε όταν Υπουργός
Άμυνας ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης. Το
βράδυ μετά από ορισμένη ώρα δεν επιτρεπόταν
η είσοδος και η έξοδος και υπήρχαν
περιπτώσεις ετοιμόγεννες γυναίκες που
κινδύνευε και η ζωή τους ακόμα να μην
μπορούν να κατεβούν στην Ξάνθη…

Πήγα
λοιπόν και εγώ πρωί πρωί στην αστυνομία,
βγάζω άδεια, και το απόγευμα συναντιώμαστε,
και με το κατσαριδάκι του Πάρι ξεκινάμε.
Ενας απίστευτα στενός δρόμος! Στροφές,
λακούβες, χώμα, χαλίκι, άσφαλτος, το ένα
διαδέχονταν το άλλο χωρίς προειδοποίηση,
χωρίς σήμανση. Κάποτε φτάσαμε στη Μύκη,
το χωριό όπου ήταν το αγροτικό ιατρείο,
και καθίσαμε να πιούμε καφέ. Μία εικόνα
που θύμιζε δεκαετία του 50, με ότι νοσταλγικό αλλά και μίζερο σημαίνει αυτό. Πολλά
παιδάκια παίζανε δίπλα στον μικρό
χείμαρρο που διέσχιζε το χωριό. Και ένα
πανέμορφο τζαμί που θαρρείς και μπήκε
ένθετο από άλλη εικόνα. Με πολύ όμορφα
χρώματα και διακοσμήσεις. Έβγαλα τα
παπούτσια και μπήκα… εντυπωσιακό! σαν
να ήμουν αλλού.

Φεύγοντας
απ το χωριό πρόσεξα ένα εκκλησάκι!

"Μα
καλά,
ρωτάω, έχει και χριστιανούς το
χωριό;
"

"Οχι"

?????

Και
έτσι έμαθα οτι σε όλα τα πομακοχώρια
έχει και εκκλησάκια που κτίστηκαν επί
χούντας και ας μην υπάρχει ούτε ένας
χριστιανός (μάλλον σε μερικά υπάρχει ένας χωροφύλακας)

Το
σούρουπο φτάσαμε στον Κένταυρο όπου
ήταν καλεσμένος ο φίλος μας. Πάμε λοιπόν
σε ένα μαγαζάκι απίστευτο. Ούτε στις
παλιές ελληνικές ταινίες είχα δει κάτι
τέτοιο. Ολα σε ένα. Μπακάλικο, καφενείο,
χειροκίνητο τηλεφωνικό κέντρο,
ψιλικατζίδικο… Μερικά ράφια στρωμένα
με ξεθωριασμένα εμπριμέ χαρτιά,
φιλοξενούσαν τσιγάρα, ρύζι, κονσέρβες,
Τ
ide,
από
δυο τρία κομμάτια. Μια αυτοσχέδια
ξυλόσομπα στη μέση (πρώην βαρέλι) και δυο τρία τραπεζάκια
με τις αντίστοιχες καρέκλες, συμπλήρωναν
τον εξοπλισμό. Μία μικρή πόρτα και ένα
μεγαλούτσικο παράθυρο με αλλεπάλληλες
στρώσεις λαδομπογιάς που δεν ήξερες
πιο ήταν το αρχικό και πιο το τελικό
χρώμα. Είχε νυχτώσει βέβαια και όπως
γυρνάω το βλέμμα μου στο παράθυρο,
αντικρίζω μια εικόνα που δεν θα την
ξεχάσω ποτέ. Στα σκοτεινά τζάμια της πόρτας και
του παράθυρου ήταν κολλημένα πρόσωπα
με τα μάτια ορθάνοιχτα να με παρακολουθούν.
Μικρά παιδάκια και γυναίκες έβλεπαν το
μοναδικό θέαμα μιας κοπέλας με μίνι
φουστίτσα, να τρώει και να πίνει μόνη
της με μερικούς άντρες. Μια αεράτη και
άνετη θεσσαλονικιά, που προκαλούσε τα
σχόλια ακόμα και του πανεπιστημιακού
κύκλου με την αντικομφορμιστική της
συμπεριφορά, σε έναν άλλο κόσμο!

Καλά…
το ουλάκι που ήταν όλο για μας, ήταν
απίστευτα τρυφερό και νόστιμο. Και χωρίς
άλλα μπινελίκια παρά μόνον ψωμί και
ρετσίνα το τσακίσαμε. Και όταν επιστρέψαμε
στην Ξάνθη, αναρωτιόμουν ήταν αλήθεια
ή όνειρο όλα αυτά; Κρίμα όμως δεν υπάρχουν
φωτογραφίες να σας δείξω.

Η
μοναδική μας φωτογραφία σήμερα είναι
της μικρούλας που φοράει την χαρακτηριστική
στολή που την έχω δει μόνο στην Σμύνθη
και τη Μύκη. Ολες οι γυναίκες έχουν αυτή
τη φορεσιά για καλή. Ολες οι ποδιές είμαι
φτιαγμένες από αυτό το καρώ ύφασμα.

Τώρα
βέβαια δεν υπάρχει αυτό το κλίμα. Αν
πάτε ακόμα και στον Εχίνο που είναι μια
μικρή πόλη με τρία τεράστια τζαμιά και όπου
απαγορεύεται το αλκοόλ, θα δείτε τα
βράδια στον απόμερο δρόμο παλικάρια με
μηχανάκια να φιλιούνται με τα κορίτσια
τους. Όλα είναι φυσικά βέβαια, αλλά αυτό
που εγώ δεν μπορώ να βλέπω είναι η βρωμιά,
αποτέλεσμα της κατανάλωσης. Στο ποτάμι
που διασχίζει όλα αυτά τα χωριά θα δείτε
μέσα, κάθε είδους συσκευασία… κρίμα.

Και μία άλλη επίσκεψή μου στα πομακοχώρια θα μου μείνει αξέχαστη. Είμαστε και πάλι στον πρώτο χρόνο της εγκατάστασής μου στην Ξάνθη. Ηταν ένα ανοιξιάτικο σαββατοκύριακο, και ξεκινήσαμε με μια μεγάλη παρέα ξανθιωτών κυρίως, για τις Θέρμες. Είναι τρία χωριά με το ίδιο όνομα που οπως δείχνει το όνομά τους έχουν θερμά λουτρά. Μετά από εκεί είναι το τελευταίο χωριό η Μέδουσα. Κλείσαμε λοιπόν ενα σπίτι με ενοικιαζόμενα δωμάτια που στο ισόγειο είχε εστιατόριο. Αλλά όλα αυτά λειτουργούν μόνο το φθινόπωρο που έχουν επισκέπτες τα λουτρά. Έτσι πήραμε μαζί μας υλικά και μαγειρέψαμε στην κουζίνα του εστιατορίου. Μετά το φαγητό βγήκαμε τα πλύνουμε τα πιάτα έξω. Γύρω γύρω να υπάρχει ακόμα χιόνι, και από μια βρύση να τρέχει έτσι ελεύθερα ζεστό αχνιστό νερό!

Μα το μοναδικό θέαμα ήταν το βράδυ, όταν πήγαμε μια βόλτα με τα πόδια. Οι ελάχιστοι κάτοικοι του χωριού είχαν προ πολλού μαζευτεί στα σπίτια τους, και έτσι υπήρχε απόλυτη ερημιά, απόλυτη ησυχία. Ενας χωματόδρομος χωρίς φωτισμό, ένας πεντακάθαρος ξάστερος ουρανός και από παντού, όπως έτρεχαν ελεύθερα τα ζεστά νερά, να ανεβαίνουν υδρατμοί. Ενα θέαμα απόκοσμο και ονειρικό!

Από τότε πολλές φορές επισκεύτηκα τα πομακοχώρια, οποιος έρχεται στη  Ξανθη θέλει μια επίσκεψη σ αυτά. Μα τωρα πια δεν εχει καμιά γοητεία, γιατί η μισή ανάπτυξη βοήθησε βεβαια τους ανθρωπους αλλα πρόσθεσε και στοιχεία εκφυλισμού…

Οι άνθρωποι πάντως διατηρούν έναν σεβασμό… σεβασμό στον πατέρα που του φιλούνε το χέρι, σεβασμό στον επισκέπτη, σεβασμό στις παραδόσεις…

…για μένα όμως αυτος ο "σεβασμός" είναι στοιχείο υπανάπτυξης γιατί ψηφίζουν ότι προστάξει ο πατέρας! ετσι σε προεκλογικές επισκέψεις στα χωριά αυτά, συκώνονται όλοι όρθιοι, χαιρετούν με χειραψία, κερνάνε τσάι, ακούνε με προσίλωση, και εκεί που φεύγεις με τη σιγουριά ότι υπάρχει ταυτότης απόψεων, την επόμενη Κυριακή παίρνεις μόνο την ψήφο του εκλογικού αντιπρόσωπου 🙂


ΠΑΡΑΔΟΣΗ; σηκώνει μεγάλη συζήτηση, να ένα θέμα που θα άξιζε να το κουβεντιάσουμε…


Σήμερα 3-1-10 πήγα μια βόλτα ως το "9ο"…. και ιδού πώς είναι σήμερα το σημείο αυτό



και δίπλα απ όλα αυτά περνάει το ποτάμι μας, ο Κόσυνθος!