Β’ πατρίδα, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-6

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-6


Χαριλάου –
Φόρος

 

βλ.μέρος 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5ο)
http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2134.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2181.entry

Ε! τώρα μπήκαμε
σε λιμάνι, αράξαμε, τελείωσαν οι
“περιπλανήσεις”. Ένα σπίτι, όχι
μεγαλύτερο απ’ το προηγούμενο, (δεν
γινόταν άλλο να μεγαλώνουν), μικρότερο
αλλά προπαντός ιδιόκτητο. Η Χαριλάου,
ακόμα δεν είχε γεμίσει πολυκατοικίες.
Υπήρχε μια ποικιλία χρήσεων γης. Λίγες
σχετικά πολυκατοικίες, πολλά ομοιόμορφα
προσφυγικά σπιτάκια πνιγμένα στα γεράνια

και τα χρυσάνθεμα

εξοχικές βίλες με
τριανταφυλλιές, υφαντήρια, χυτήρια,
κεραμιδαριά, και πιο πάνω ένα σπιτάκι
με κότες, κουνέλια, κατσίκα και ότι άλλο
βάζει ο νους σας. Εδώ ήταν και η συνοικία
των Ρώσων εμιγκρέδων, και την εκκλησία
του Αγ. Νικολάου εδώ κοντά, την λένε
ακόμα Ρώσικη εκκλησία. Ο πατέρας του
Espectador στη δεκαετία του
1960, ανέβαινε κάθε Κυριακή,
όλη την οδό 25ης Μαρτίου για να ακούσει
την χορωδία να ψέλνει στα Ρωσικά όλη
την λειτουργία.

Άλλη αίσθηση
το σπίτι να είναι δικό σου. Ότι έκανες
έμενε σε σένα. Και επειδή της αδελφής
μου της καρφώθηκε στο μυαλό μια
συγκεκριμένη απόχρωση μεταξύ εκάϊγ και
κεραμιδί, έπρεπε ο μαραγκός να βρει
τέτοιο χρώμα ματ φορμάικα για τα ντουλάπια
της κουζίνας. Δεν γλίτωνε έτσι εύκολα
ο άνθρωπος από εμάς, και το βρήκε έτσι
ακριβώς όπως το θέλαμε. Και μια μεγάλη
Τετάρτη αφού πήρανε και τα δώρα του
Πάσχα αποφασίσαμε να στρώσουμε την πολύ
μεγάλη κουζίνα μας με μουσαμά σε
απομίμηση πλακιδίου, και σε ανάλογη
απόχρωση. Και είχαμε την απαίτηση Μεγάλη
Πέμπτη να μας τον περάσουν. Τι δηλαδή
αν δεν το χαιρόμασταν το Πάσχα, πότε θα
το χαιρόμασταν. Ούτε οι απειλές μας ότι
θα πάμε αλλού έπιασαν. Οπότε η αδελφή
μου και εγώ αποφασίσαμε να τον περάσουμε
μόνες μας και το κάναμε την Μεγάλη
Πέμπτη. Και ασχοληθήκαμε πολύ ώρα και
καταφέραμε στην ένωση που ήταν στην
μέση να έρχονται τα σχέδια ακριβώς και
να μην ξεχωρίζει τίποτα. Από τότε το
σπίτι ανακαινίστηκε, πάνε και τα ντουλάπια
αυτά, πάει και ο μουσαμάς, μα πάντα εκείνα
τα πρώτα τα θυμόμαστε με περισσότερη
αγάπη και χαρά, απ ότι τον πολυτελή
εξοπλισμό που έχει τώρα.

Σ’ αυτό το
σπίτι τελείωσα τη σχολή και άρχισα να
ψάχνω δουλειά στο αντικείμενό μου. Μα
δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές για τα
κορίτσια. Τα περισσότερα αγόρια διορθώνανε
τηλεοράσεις, μα για μας δεν ήταν εύκολα
τα πράγματα. Οι περισσότερες πάντως
προσλήφθηκαν στην ΕΡΤ και την τότε
ΥΕΝΕΔ.

Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο ήταν
τότε στα σκαριά, λειτουργούσε δυο χρόνια,
και συνέχεια γινόταν προκηρύξεις θέσεων.

Έτσι πήραμε την απόφαση με μια φίλη, και διεκδικήσαμε
θέσεις Παρασκευαστών εκεί.


Τα καταφέραμε
και… ζήσαμε καλά και σεις εύχομαι
καλύτερα.



Δηλαδή όχι ακριβώς, η φίλη μου
και πολλές άλλες με την πρώτη ευκαιρία,
ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, μα το μετάνιωσαν,
και παραιτήθηκαν νοσταλγώντας την
Ξάνθη.

Οι δικές μας
δραστηριότητές βέβαια, ήταν στο κέντρο
της πόλης, αλλά όταν το βράδυ φτάναμε
στην άνω Χαριλάου και μόλις κατεβαίναμε,
απ το αστικό λεωφορείο, αναπνέαμε άλλον
αέρα, αέρα εξοχής με αρώματα τριανταφυλλιάς και γιασεμιού. Εδώ ξεχνούσες ότι
έμενες στη Θεσσαλονίκη (φυσικά αυτά
όλα, πριν 35 χρόνια). Είχαμε απλωθεί στη
Κολοκοτρώνη, μα εδώ αναγκαστήκαμε να
μαζευτούμε πάλι. Λίγο, όχι πολύ. Και το
κυριότερο πρόβλημα; πού θα ζεσταίνει
τις κεραμίδες της η γιαγιά, αφού δεν
είχαμε πια σόμπες, αλλά καλοριφέρ;
Συμβιβάστηκε και εκείνη, τι να κάνει;
βολεύτηκε με χαμηλότερες θερμοκρασίες.

Ανατολικά
βλέπαμε τον Χορτιάτη, και νότια, πέρα
μακριά στον ορίζοντα, φαινόταν τα
αεροπλάνα που προσγειωνόταν και
απογειώνονταν. Και η γιαγιά απορούσε:
“αυτό του αερουπλάνου, παέν έρχιτι,
παέν έρχιτι, τι συμβαίν;” “δεν είναι
ένα γιαγιά, πολλά είναι”… Και άνοιγε
τέρμα την κουρτίνα να βλέπει τον ορίζοντα
και μείς την κλείναμε γιατί μας χαλούσε
το style. Αλλά που να τα
βγάλεις πέρα με τη γιαγια, “ιγώ μια
φουρά θα τα κλείσου τα μάτια, και θα μι
τα κλεισ ου Θιός” μας έλεγε, και την
άνοιγε πάλι.

Μια φορά που
γιόρταζε ο μπαμπάς, μου είπε η φίλη και
γειτόνισσα, να πάμε να φέρουμε και
λουλούδια για το σπίτι. Από που όμως
αφού χωράφια δεν είχε. Αρχίζουμε με τη
σειρά τα σπιτάκια με τα γεράνια και τα
χρυσάνθεμα, και όταν έβγαινε κανείς να
μας μαλώσει του λέγαμε ότι είναι για
τον μπαμπά που γιορτάζει και μας έκοβαν
άλλα τόσα. Αχ! η γιορτή του μπαμπά! ήταν διαφορετική απ τα πάρτι τα δικά μας. Ερχόταν οι θείοι και οι θείες, και ο θείος Αντώνης με μάθαινε ταγκο με αντάλαγμα να του μάθω τουίστ. Του εδινα και γω μια πετσέτα να κανει οτι σκουπίζει την μέση του, και δόστου γέλια και τραγούδια. …Μήπως σας μύρισαν οι κεφτέδες; σ’ αυτήν την εμαγιέ πιατέλα, τους έπλαθε και τους αράδιαζε η μαμά πριν τους τηγανίσει!

Εισβολή στην
Κύπρο, επιστράτευση, και έφυγε και ο αδελφός μου. Μου έχει μείνει η εικόνα απ’ τον
μπαλκόνι να φεύγει, να στρίβει στη γωνία
και εγώ με παγωμένη την καρδιά, να
αναρωτιέμαι πότε θα τον ξαναδούμε. Πήγε
στην Κέλλη Φλωρίνης και από εκεί στην
Χίο και απολύθηκε με τους τελευταίους.

Τώρα πια, όταν έρχομαι
εδώ απ’ την Ξάνθη, τριγυρνάω ώρα μέσα
στο σπίτι. Ανοίγω τις ντουλάπες, και
ψάχνω τα ρούχα, παρ’ όλο που δεν υπάρχει
τίποτα δικό μου πια. Βλέπω παλιές
φωτογραφίες (στην επόμενη είμαι αυτή με το μπικίνι και με τη σούπερ πόζα)




Θυμάμαι πως
ήταν κάποτε η γειτονιά, βλέπω τα παιδάκια
που σκαρφαλώνανε τότε στα μπαλκόνια να
έχουν κάνει δικές τους οικογένειες.
Λαχταρώ να έρθω, αλλά τίποτα πια δεν
είναι όπως πρώτα, με ένα κενό φεύγω πάντα
από δω. Βγάζω φωτογραφίες μερικά πράγματα
της γιαγιάς, για να τα κρατήσω, όπως το
μεγάλο τραπέζι με την εντυπωσιακή βάση
που όταν ανοίγει μπορεί να φιλοξενήσει
δέκα άτομα.

ή τους παλιούς
καθρέφτες που ο ένας είναι ντυμένος με
φυλλο χρυσού




Η όψη του
σπιτιού μετά από τόσα χρόνια έχει αλλάξει
τελείως αλλά σε κάθε τοίχο, σε κάθε
έπιπλο, υπάρχουν ακόμα αντικείμενα που
τα θυμάμαι από τότε που γεννήθηκα.
Γκραβούρες, γυάλινες κανάτες, κάδρα που
τα κέντησε η μαμά στην εφηβεία της, το
άλικο βελούδινο τραπεζομάντιλο.






Στη Χαριλάου,
εγκατασταθήκαμε επτά άτομα πάλι, μα
αρχίσαμε σιγά σιγά να αραιώνουμε. Άλλος παντρεύτηκε, άλλοι έφυγαν απ τη ζωή, και εγώ έφυγα για την Ξάνθη. Αυτό ήταν το τελευταίο μου σπίτι στη Θεσσαλονίκη.

Και τώρα εσείς
που ξέρετε τα πολλά και ο νους σας
κατεβάζει (με τις θεωρίες της σχετικότητας
και ότι άλλο ξέρετε) εξηγείστε μου, πως
γίνεται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ
των μετακομίσεων στη Θεσσαλονίκη που
ήταν περίπου τρία χρόνια να μου φαίνονται
πολύ μεγάλα; και τα 32 χρόνια της Ξάνθης
να περάσουν χωρίς να το καταλάβω;



Η δεύτερη πατρίδα μου ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-5


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-5

Κολοκοτρώνη 8 – Δαβάκη
1


βλ.μέρος 1ο, 2ο, 3ο και 4ο)
http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2134.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2181.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2192.entry


Ωπ!
εδώ είμαστε. Στο σπίτι των μεγάλων
αλλαγών, των μεγάλων ερωτηματικών, των
μεγάλων αποφάσεων.

Το
σπίτι μας εδώ είναι ακόμα πιο μεγάλο
και καινούριο. Με δωμάτιο για τα αγόρια,
δωμάτιο για τα κορίτσια, άλλο για τη
γιαγιά, άλλο για το μπαμπά και τη μαμά,
χωριστά σαλόνι, τραπεζαρία κλπ. Εδώ
έγινε και το μεγάλο πάρτι, όπου για να
μην φορέσω φουστάνι που το είχαν δει
όλοι στη σχολή, όλη την προηγούμενη
ημέρα και νύχτα, αξιοποιούσα ένα ύφασμα
που μου είχε φέρει ο αδελφός μου απ’ την
Κρήτη. Κουκουλάρικο εκρού, το έραψα μόνη
μου και το κέντησα με μεταξωτά κορδόνια
σε γήινα χρώματα.

Εδώ
τελειώνει και η τελευταία τάξη του
γυμνασίου, και την πρώτη φορά δεν τα
καταφέρνω στις εισαγωγικές εξετάσεις,
οπότε την επόμενη χρονιά, φροντιστήριο,
διάβασμα, ντισκοτέκ, έρωτες, όλα τα βιώνω
με όλο το πάθος της νιότης και της
ελευθερίας του πνεύματος … έτσι νόμιζα?

Εδώ
έγινα γυναίκα. Και δεν εννοώ ανατομικά,
μικρή σημασία έχει αυτό. Δεν έγινα
γυναίκα όταν έσμιξα με τον αγαπημένο
μου. Γυναίκα έγινα όταν ένοιωσα την
ανάγκη να τον “γνωρίσω”. Τον έβλεπα
καθημερινά, πήγαινα στο σπίτι τους. Ήταν
ένα παιδί όπως και εγώ άλλωστε. Μα μια
κουβέντα, μια φράση που έδειχνε τη
σπιρτάδα του μυαλού του, με έκανε να
προσέξω και το κορμί του. Ήθελα να τον
προκαλέσω, να με προσέξει… να εισπράξω
το θαυμασμό του, να με αποδεχτεί…. και
να τον κάνω άντρα. Και ναι, έτσι έγινε
όταν με την ζωηράδα μου τον προκαλούσα
στο χορό, τον προκαλούσα στην εκδρομή,
τον προκαλούσα στις παρέες και ξεπέρασε
την φυσική του αιδημοσύνη. Και γίναμε
ζευγάρι. Και μου έλεγε “εμείς έχουμε
κάτι κοινό, αγαπούμε και οι δυο εσένα!”
Μα τι να την έκανα τέτοια αγάπη, αφού
δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις
δύσκολες στιγμές; Τι να το κάνεις, όταν
αυτός που σ’ αγαπάει δεν μπορεί να πάρει
την ευθύνη της ζωής του; και δεν είναι
σε θέση να σε υπερασπιστεί; Έτσι
απομακρύνθηκα από εκείνον… Δεν τον
χρειαζόμουν. Τον αγαπούσα; Λένε ότι “η
πρώτη αγάπη ποτέ δεν ξεχνιέται” μπορεί
έτσι να είναι σκέφτομαι τώρα. Μα η πρώτη
αγάπη δεν είναι αληθινή, δεν αγαπάμε το
πραγματικό πρόσωπο αλλά το δημιούργημα
της φαντασίας μας και των ονείρων μας…
Και αποδείχτηκε τελικά αδύναμος
χαρακτήρας αφού αν και αριστούχος, μετά
από αυτά, παράτησε και πανεπιστήμιο και
ξένες γλώσσες… κρίμα.

Εδώ
γνώρισα και άλλους άντρες, μα μετά από
μερικά ραντεβού διαπίστωνα ότι δεν με
έδενε τίποτα μαζί τους. Πάντα χρειαζόμουν
το στοιχείο του θαυμασμού. Μα οι άντρες
είναι παιδιά που έχουν ανάγκη την
επιβεβαίωση του ανδρισμού τους, τίποτε
άλλο. Και αυτό όχι μόνο στα είκοσί τους
χρόνια, αλλά και στα τριάντα και στα
σαράντα και… βάλε. Κάποτε βέβαια
ωριμάζουν σίγουρα, αλλά δεν είναι λίγο
αργά;

Σ
αυτό λοιπόν το σπίτι κάθε φορά που
βγαίναμε ραντεβού έπρεπε να φοράμε άλλα
ρούχα, πάντα κάτι διαφορετικό, έστω ένα
φουλάρι. Σε καμιά περίπτωση δεν είχαμε
την ίδια ακριβώς εμφάνιση. Και αν τα
οικονομικά δεν το επέτρεπαν, αφού κάποτε
εξαντλούνταν τα φουστάνια, αλλάζαμε
φίλο, πιο εύκολο ήταν. Α!… πολλά είπα
και ο espectador θα αρχίσει να
μου φέρνει φουστάνια και φουλάρια…

Την
δεύτερη φορά που έδωσα εισαγωγικές
εξετάσεις στο Μικρό Πολυτεχνείο που
μετά έγινε ΤΕΙ, πέρασα και στην Αθήνα,
και στον Ευκλείδη. Τώρα έπρεπε να
αποφασίσω που να πάω και παρ’ όλο που
κανείς δεν θέλησε να με επηρεάσει,
προτίμησα τη Θεσσαλονίκη. Για οικονομικούς
λόγους άραγε; μόνο γι αυτό; ή φοβόμουν
τις μεγάλες αλλαγές;

Στον
Ευκλείδη, είχα πάρει πια τον αέρα στους
άντρες, στους καθηγητές, σε όλα, και δεν
φοβόμουν τίποτα και κανέναν.

Στην
τάξη είμασταν έξη κορίτσια και εκατό
αγόρια. Περιττό να σας πω πως μας είχαν
και τι παλικάρια σφάζονταν στην ποδιά
μας. Επίσης τέσσερις χαφιέδες, μερικοί
και μερικές τσαμπουκαλήδες και πάρα
πολλοί αδιάφοροι. Αυτή η αναλογία νομίζω
υπάρχει πάντα στην κοινωνία. Οι χαφιέδες
σε κάθε διάλειμμα δίναν αναφορά στον
μόνιμο ασφαλίτη. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα
στον Ευκλείδη, και τις επόμενες ημέρες
της 17ης Νοεμβρίου του ’73 όταν ένας
συνάδελφός μας ήρθε με μελανιές στην
ψυχή και στο κορμί, αρχίσαμε να
καταλαβαίνουμε πιο πολλά.

Σ’
αυτό το σπίτι της Κολοκοτρώνη, η μαμά
επιτέλους απέκτησε πλυντήριο. Είμασταν
μια μεγάλη οικογένεια και δεν είχε
βοήθεια από κανέναν. Αγόρια και κορίτσια,
δουλεύαμε, σπουδάζαμε, χορεύαμε, και
όταν μας έλεγε η μαμά να καθίσουμε και
λίγο στο σπίτι, της απαντούσα εγώ η πιο
μικρή, ότι “το σπίτι είναι για να τρώμε
και να κοιμόμαστε, και όχι για να
φυλακιζόμαστε”.

Είχαμε
και τη γιαγιά μας, που είχε προ πολλού
περάσει τα εκατό, αλλά με το πείσμα και
τη θέλησή της όχι μονάχα δεν ήταν βάρος
αλλά έπλεκε συνέχεια. Με την απέραντη
υπομονή και επιμονή της μας έφτιαξε
κουβέρτες και δαντέλες που η μαμά με
τόσες υποχρεώσεις ήταν αδύνατον να
πλέξει. Όσο για μας, σιγά να μην πλέκαμε
και κεντούσαμε… Την γιαγιά, η αδελφή
μου την έλεγε “κορυφαία του χορού”,
γιατί ήταν ψηλή και λεπτή με άψογο ντύσιμο ως τον αστράγαλο, και όταν την
Κυριακή έβγαινε να πάει στην εκκλησία
όλη η γειτονιά ήταν στα μπαλκόνια να
την καμαρώσει. Ποτέ δεν ήταν ασκεπής
έξω απ το σπίτι, αλλά δεν φορούσε τσεμπέρι
δεμένο στο κεφάλι, παρά ένα μαύρο φυσικά,
κρεπ πέπλο που το έπιανε με ειδικές
καρφίτσες στην κορδέλα που πάντα
φορούσε στα μαλλιά της, και έπεφτε
ελεύθερα ως την μέση της πλάτης της. Η
γιαγιά μας όταν δυσκολευόμασταν με
κανένα βιβλίο και το πετούσαμε στην
άκρη για να μην ζοριστούμε, μας ειρωνευόταν
λέγοντας “είστι κι σπουδαγμένις” και
το διάβαζε εκείνη περνώντας δυο και
τρεις φορές τη σελίδα ώσπου να το
καταλάβει. Όταν ο ταχυδρόμος της έφερνε
τη σύνταξη, καθόταν μαζί του στο μεγάλο
τραπέζι για τις ανάλογες διατυπώσεις,
και αφού του έδινε το πουρμπουάρ και
τον χαιρετούσε, άρχιζε τον οικονομικό
προγραμματισμό του μήνα. Πρώτα πήγαινε
στον μπακάλη στην απέναντι γωνία, που
την περίμενε με χαρά να την εξυπηρετήσει,
για να κάνει λιανώματα όπως τα έλεγε τα
ψιλά. Μετά έβαζε στην άκρη τα πενηντάλεπτα,
για τον πρώτο δίσκο, τον δεύτερο κλπ.
της εκκλησίας, χωριστά τις δραχμές για
τα κεριά, μου έδινε εμένα ένα τάλιρο
αφού ήμουν η μόνη που δεν δούλευε
κανονικά, έβαζε στην άκρη το μπουρμπουάρ
του ταχυδρόμου για τον επόμενο μήνα,
και μετά έδινε το ίδιο ποσόν στον μεγάλο
μου αδελφό, και στον ξάδελφό μου, για
“εκείνη την ώρα”. “Ποια ώρα γιαγιά”
την ρωτούσαμε για να κάνουμε πλάκα, ενώ
ξέραμε ότι ήταν για την κηδεία της. Και
με όλο το θράσος και τη σκληρότητα της
νιότης μας λέγαμε “πέθανε εσύ και εμείς
τα βρίσκουμε τα λεφτά” και μας απαντούσε
χωρίς την παραμικρή ενόχληση, “αυτό
δεν είνι θκή μας δουλειά, αλλά του Θεού”,
σαν να μας έλεγε ότι δεν μας πέφτει
λόγος. Είχε δε εκτός απ τα άλλα πράγματά
της ένα κουτί, με τα ρούχα που θα φορούσε
σ’ αυτήν την περίπτωση, από τότε που
χήρεψε, δηλαδή σχεδόν πενήντα χρόνια,
χωρίς να λείπει τίποτα, ούτε το μαντήλι
που θα της δέναν το σαγόνι. Και τα
κουβαλούσε αυτά από τον Κολινδρό στη
Θεσσαλονίκη και σε κάθε σπίτι που
αλλάζαμε, ακόμα και όταν πήγαινε να
μείνει για μερικές ημέρες στον άλλο της
γιο.

Τα
πρώτα μου ξενύχτια εδώ τα έκανα, αφού
μέχρι τότε, έπρεπε στις δέκα, το πολύ
στις έντεκα η ώρα να είμαστε στο σπίτι.
Κάθε χρόνο στο χορό της Σχολής, και την
πρωτοχρονιά, ξημερώναμε, τώρα πια ποιος
με έπιανε. Όταν ένα πρωί γυρνούσα απ’ το
χορό και είδα τον μπαμπά στη στάση του
λεωφορείου, ντράπηκα και φοβήθηκα, μα
εκείνος με το χιούμορ του πάντα, “καλώς
το κορίτσι μου” είπε, και το θεώρησα
πια μεγάλη κατάκτηση.

Τώρα
θυμάμαι τον μπαμπά πολύ έντονα, που ποτέ
δεν μας μάλωσε, ποτέ δεν μας κτύπησε,
ποτέ δεν ύψωσε τη φωνή του. Όταν τον
ρωτούσαμε κάτι μας έλεγε, εσείς πρέπει
να ξέρετε καλύτερα. Και αν καμιά φορά
με έβλεπε να κλαίω, έλεγε “δεν θέλω
κροκοδείλια δάκρυα, πλύσου και έλα να
μιλήσουμε”. Και όμως τον φοβόμασταν,
ίσως γιατί η μαμά όταν δεν τα έβγαζε
πέρα μαζί μας έλεγε “δεν μπορώ να ακούω
το μπαμπά”. Ο ένας επικαλούνταν τον
άλλον. Και δεν επιτρεπόταν κανένας
καυγάς μεταξύ μας, να μην μας ακούσουν
οι γείτονες. Δεν έπρεπε να δίνουμε
δικαίωμα να μιλάνε για μας.


Σαν
να τους βλέπω τώρα καθισμένους κάθε
βραδάκι στο μπαλκόνι της οδού Δαβάκη,
με μια Μαλαματίνα ο μπαμπάς και λίγο
τυρί με δυο πιρουνιές απ το καθημερινό
φαγητό για μεζέ, να μιλάνε σιγά για ώρες.
Και μόνο την Κυριακή, πάντα οι δυο τους,
θα πηγαίνανε εκδρομή στο Πανόραμα ή σε
κανένα θέατρο ή σινεμά.

Πέρασαν
σ’ αυτό το σπίτι περίπου τρία χρόνια.
Ήταν για μένα, τα χρόνια με τις μεγάλες
χαρές αλλά και τις μεγάλες κατραπακιές.
Όλη η ευθύνη για τη ζωή μου ήταν από δω
και πέρα μόνο δική μου… και στο ημερολόγιό
μου έγραφα:

"Σκέψου
πολύ προτού τ’ αποφασίσεις, μα σαν
νικήσεις πια τους δισταγμούς σου, τράβα
μπροστά και ας είναι και για τον όλεθρό
σου ακόμα”


Η 2η πατρίδα μου ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-4

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-4

Κασάνδρου 136

(βλ. 1ο, 2ο & 3ο μέρος) http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2134.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2181.entry


Το
σπίτι εδώ ήταν σε μια καινούρια, άχρωμη
και άοσμη πολυκατοικία, αλλά είχε ένα
δωμάτιο παραπάνω. Ήταν καινούριο, εμείς
είμασταν οι πρώτοι του ένοικοι, μα δεν
θυμάμαι τίποτα ιδιαίτερο γι αυτό. Πέρασα
όμως εκεί τα χρόνια της εφηβείας μου.
Άρχισα να γράφω ημερολόγιο, χρησιμοποιώντας
ένα δικό μου κώδικα. Υπάρχει ακόμα, αλλά
είναι αδύνατον να θυμηθώ ποιο γράμμα
αντιστοιχούσε σε κάθε του σύμβολο. Το
κρατάω αν και δεν θέλω να το διαβάσω.
Εκεί έχω κολλημένες διάφορες φωτογραφίες,
αποκόμματα, αποξηραμένα λουλούδια,
ποιήματα,…

Με την καθιέρωση του καλτσόν, μπορεί πια ή φούστα να ανεβεί όσο θέλει, γιατί όπως και να καθόμαστε, δεν φαινονται οι αντιαισθητικές ζαρτιέρες. Το τι είναι σεξι λοιπόν, είναι πολύ σχετικό, αφού αυτό που δεν θέλαμε να φαινεται τότε, θεωρείτε τώρα πολύ σέξι 🙂

Είναι η εποχή που εμφανίζεται η καμπάνα και το μίνι. Εμείς είμασταν τα γεγεδάκια. Όμως τι ακριβώς ήταν αυτό; Μόνο εμφανισιακά μπορώ να το προσδιορίσω.

Σ’
αυτό το σπίτι έκανα το πρώτο μου πάρτι,
πάρτι με αγόρια και κορίτσια. Αυτό που
έλεγε πάντα η μαμά ήταν ότι, όσα
ετοιμάσαμε, στο τεράστιο τραπέζι της
γιαγιάς, έμειναν έτσι, δεν φάγαμε τίποτα
σχεδόν, μόνο χορεύαμε. Έχω ακόμα ένα
45άρι δισκάκι με τρία κοριτσίστικα
ονόματα, δωράκι σε εκείνα τα 15α γενέθλιά
μου.

Σ’
αυτό το σπίτι επίσης γνώρισα το πρώτο
φλερτ. Τον γνώρισα στην παραλία όταν
μια μέρα σχολάσαμε μια ώρα νωρίτερα. Η
μεγαλύτερη χαρά μας, ήταν όταν αρρώσταινε
η καθηγήτρια της τελευταίας ώρας του
σχολείου. Πηγαίναμε στην παραλία, χωρίς
να το πούμε στο σπίτι. Εκεί λοιπόν τον
γνώρισα και όλο το επόμενο καλοκαίρι,
μια και δεν έβγαινα παρά μόνο με τα
αδέλφια μου, ο περί ου ο λόγος, το πέρασε στην απέναντι
γωνία, Ιουλιανού και Κασάνδρου.
Ερχόταν κάθε απόγευμα από το Ντεπό με
το ποδήλατο. Κατέβαινα, λέγαμε μια καλησπέρα, και “άντε γεια”. Η οικογένειά του είχε φούρνο με αλυσίδα πρατηρίων σε όλο το κέντρο. Αν τον παντρευόμουνα θα είχα εξασφαλίσει στην κυριολεξία το ψωμί μου, και το παντεσπάνι μου, και το κρουασάν μου,…

Τρίτη
Τάξη του γυμνασίου, μια Παρασκευή 21
Απριλίου 1967, πριν αρχίσουν οι διακοπές
του Πάσχα, υπήρχε και τότε λύκειο που
το κατάργησε μετά η χούντα, και έτσι
τελείωσα εξατάξιο γυμνάσιο. Μας είχαν
πει απ το σχολείο να είμαστε στον Άγιο
Δημήτριο. Για να κάνω βόλτα κατέβηκα
μέχρι την Εγνατία, να πάω από την Εγνατία
προς το Βαρδάρη και να ανεβώ μετά ως τον
Άγιο Δημήτριο. Απέραντη ερημιά στα στενά
δρομάκια που περνούσα. Πάντα καθημερινή
μέρα, οι γειτονιές έσφυζαν από ζωή. Δεν
συνειδητοποίησα την διαφορετικότητα
της μέρας. Στην Εγνατία πάλι ελάχιστα
αυτοκίνητα. Πηγαίνοντας προς τον Βαρδάρη
πολλές συμμαθήτριές μου γυρνούσαν και
λέγανε δεν έχει εκκλησιασμό. Ωχ! Τι έχει;
μάθημα; Έπρεπε να πάμε στο σχολείο.
Χτύπησε το κουδούνι, και η διευθύντρια
του γυμνασίου κ. Ελευθερία Χατζηανδρέου,
τρέμοντας και βουρκωμένη μας είπε να
πάμε στα σπίτια μας. Ούτε μάθημα, ούτε
εκκλησιασμό, αλλά και ούτε βόλτες, κατ’
ευθείαν πρέπει να πάμε στα σπίτια μας.
Πάλι καλά γιατί πολλοί δεν πήγαν στα
σπίτια τους, και έκαναν χρόνια να τα
δούνε.

Στις
τελευταίες τάξεις του γυμνασίου κάθε
Σάββατο και Κυριακή πηγαίναμε σε πάρτι.
Με τον αδελφό μου και τα ξαδέλφια μου,
σε φοιτητικά πάρτι Κολινδρινών συνήθως.
Ο οικοδεσπότης ήταν υποχρεωμένος να
δημιουργήσει ατμόσφαιρα. Και αυτό
επιτυγχάνονταν βάζοντας μια κόκκινη
ζελατίνα στη λάμπα, που καμιά φορά δεν
άντεχε σε τόση θερμοκρασία. Οι πιο
μερακλήδες βάζανε αυγοθήκες, σαν αυτή
της φωτογραφίας, μόνο που εδώ αξιοποιήθηκε
καλύτερα.


Τις
βάζανε στις γωνίες και τραβούσαν καλώδια
μέχρι εκεί για να βάλουν το φως από πίσω.
Μια ντραμιτζάνα βερμούτ και μερικές
σακούλες ξηροί καρποί, και έτοιμο το
πάρτι. Οι ξηροί καρποί τελείωναν πάντα
με την ίδια σειρά. Πρώτα εξαφανίζονταν
τα αμύγδαλα, σε λίγο τα φουντούκια,
αργότερα τα φιστίκια, και τελευταία τα
στραγάλια. Η επίπλωση περιελάμβανε το
κρεβάτι, δυο, τρεις το πολύ καρέκλες,
ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι και μια
αυτοσχέδια βιβλιοθήκη, κατασκευασμένη
από τούβλα και σανίδια. Έτσι πιο πολύ
χορεύαμε παρά καθόμασταν, δεν προλαβαίναμε
και καρέκλα. Τότε στα πάρτι έπρεπε να
έχεις κάποια μέθοδο, για να χορεύεις με
αυτούς που ήθελες. Τις προτάσεις για
χορό τις έκαναν πάντα τα αγόρια, αλλά
τα κατάφερνα χωρίς να προσβάλω κανέναν
να χορεύω με όποιον ήθελα εγώ. Παντού
χρειάζεται μαγκιά. Οι χοροί μας;
τσάρλεστον, μάμπο, τσα τσα, σέικ, χάλι
γκάλι, τουίστ,… και φυσικά μπλουζ!

Οι
φοιτητές τότε, δεν είχαν φούρνο
μικροκυμάτων 🙂 να ξεπαγώνουν τα φαγητά
της μαμάς, ούτε τηλεόραση, ούτε πλυντήριο,
ούτε κουζίνα. Έτσι βλέπαμε τις μετακομίσεις
τους. Ένα αλουμίνιο ντιβάνι, με μια
βαλίτσα ρούχα επάνω και όλα τα βιβλία
τους. Όλη η οικοσκευή τους επάνω στο
κρεβάτι τους που το κουβαλούσαν δυο
παιδιά από σπίτι σε σπίτι!

Στα
πάρτι τότε οι συζητήσεις, όταν γινόταν,
περιορίζονταν στο ποδόσφαιρο, τα
ανέκδοτα, και τις ατάκες του καθηγητή
της ιατρικής Σάββα, ο οποίος ήταν πολύ
αυστηρός και αθυρόστομος. Αλλά χάρις
σε αυτόν τα εξέταστρα ανά μάθημα ήταν
πολύ χαμηλά. Λέγανε ότι όταν ήταν να
ψηφίσουν για το ποσόν, ρώτησε, "από πόσο
μπορούμε να ξεκινήσουμε;" και του είπαν
μια δραχμή. Αστείο ποσό, αλλά εκείνος
είπε αυτό προτείνω, πέσανε να τον φάνε
οι άλλοι, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν
τίποτα και έτσι ο μέσος όρος προέκυψε
πολύ χαμηλός. Πολιτικές συζητήσεις
γινόταν, μόνο σε αυστηρά κλειστούς
κύκλους όπως και ανταλλαγή βιβλίων και
δίσκων.

Στον κόσμο συνέβαιναν γεγονότα που μόνο ο απόηχός τους έφθανε σε μας. Όπως ο Μάης του 68 στο παρίσι, η σφαγή των φοιτητών που αμαύρωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού, (πόσοι άραγε γνωρίζουν αυτό το γεγονός;) η συναυλία στο Woodstock,…




Στα πάρτυ χορεύαμε, αλλά στα σπίτια ακούγαμε άλλη μουσική, τα τραγούδια του Dylan και της Baez.


  Εμφανίζεται ο Σαββόπουλος, γενιέται το νέο κύμα στο τραγούδι.

 

 


Η τάξη μας ήταν χωρισμένη σε εκείνες που ακούγανε "ξένα" και "λαϊκά" και σε εκείνες που ακούγανε νέο κύμα και Θεοδωράκη



Στο σχολείο, στην
τάξη μέσα, απ τη μια ανταλλάσσαμε
πληροφορίες για συλληφθέντες από την "ασφάλεια",
και λέγαμε ανέκδοτα για τη χούντα, και
απ την άλλη παίζαμε “ζούγκλα”. Η κάθε
μια ήταν ένα ζώο, και όταν η “μάνα”
έλεγε το όνομα αυτού του ζώου έπρεπε να
σηκωθεί, ανεξάρτητα απ το αν έβλεπε ή
όχι η καθηγήτρια. Και όταν η "μάνα" έλεγε ζούγκλα
έπρεπε να σηκωθούμε όλες. Γινόταν
“ζούγκλα” γιατί έπρεπε να δικαιολογήσουμε
αυτό που κάναμε, και πέφτανε τιμωρίες.

Και όταν σχολούσαμε, βλέπαμε το απέναντι πεζοδρόμιο, γεμάτο αγόρια που περίμεναν. Περίμεναν για να συνοδέψουν το κορίτσι τους ώς το σπίτι του. Τότε γενικά τα αγόρια περίμεναν. Έξω απ’ το σχολείο τις καθημερινές, έξω απ την εκκλησία τις Κυριακές, έξω απ τη δουλειά τα καλοκαίρια. Τώρα βαριούνται να περιμένουν ακόμα στο Messenger!

Τα χρόνια τότε δεν ήταν πια πέτρινα, ήταν λουλουδένια και εμείς, είμασταν πότε παιδιά και πότε μεγάλοι… όπως και
τώρα δηλαδή!







Δεύτερη πατρίδα, Θεσσαλονίκη-3


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-3

Πρασακάκη
14

(βλ. 1ο και 2ο μέρος)

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2134.entry


Το
1964, τελειώνοντας το δημοτικό, αλλάξαμε
και γειτονιά. Ένα μεγάλο πια σπίτι σε
μια πανέμορφη αρκετά παλιά πολυκατοικία
γωνία Εγνατία-Πρασακάκη κοντά στην
εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μια πολυκατοικία
από εκείνες με τα ανάγλυφα στην πρόσοψη,
με μάρμαρα στην είσοδο, με στρόγγυλα
μπαλκονάκια, με περίτεχνα σιδερένια
κάγκελα (σαν της φωτογραφίας, αλλά εμείς δεν κάναμε κατάληψη) Και φυσικά πιο μεγάλο και
ψηλοτάβανο σπίτι.




Εδώ αλλάζουν τα
παιχνίδια, σχεδόν σταματάνε. Είμαστε
στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ούτε αλάνες,
ούτε χωματόδρομοι. Μόνο στο πίσω μέρος
της Αγίας Σοφίας μπορούσαμε να παίζουμε,
μα πιο πολύ μαζευόμασταν και μιλούσαμε
με τις ώρες. Μεγαλώσαμε πια, έτσι νομίζαμε.

Τα
μπαλκόνια μας ήταν στο πρώτο πάτωμα
και βλέπανε στην Εγνατία, είμασταν σαν
σε θεωρείο. Από εδώ παρακολουθούσαμε
τις παρελάσεις, από εδώ και τις διαδηλώσεις.
Μου έχει μείνει στο μυαλό κάποια 25η
Μαρτίου, που μαζεύτηκαν όλοι οι συγγενείς
και η μαμά δεν προλάβαινε να τηγανίζει
μπακαλιάρο για να συνοδέψει τη ρετσίνα
των αντρών. Το θερμότερο χειροκρότημα
το εισπράτανε πάντα τα παιδιά του
περίφημου Παπάφιου



Ο
αρχηγός, που προχωρούσε μπροστά και
διηύθυνε την μπάντα με ένα σκήπτρο με
φούντα, που το κουνούσε ρυθμικά πάνω
κάτω, κάπου κάπου το πετούσε ψηλά και
το έπιανε στον αέρα, για να κάνει το
χατήρι των παιδιών που φώναζαν ρυθμικά:
Πέ τά τό! πέ τά τό!… Ο παγκοσμίως γνωστός
Γιάννης Ζουγανέλης στο Παπάφειο
ορφανοτροφείο πέρασε τα παιδικά του
χρόνια και έμαθε τούμπα.




Επίσης
από τα μπαλκόνια μας, παρακολουθούσαμε
τις κηδείες επώνυμων θεσσαλονικαίων,
και μετρούσαμε τα στεφάνια. Ναι ήταν
σαν παρέλαση, προπαντός όταν ο μακαρίτης
ήταν στρατιωτικός, με δεκάδες στεφάνια
που τα κρατούσαν οι άντρες, ο καθένας
από ένα, και προχωρούσαν σε τριάδες, και
με μπάντες και με ξίφη,…. μεγάλες τιμές!

Τα
αυτοκίνητα δεν ήταν ακόμα τόσο πολλά,
και άνετα όλη την ώρα περνούσαμε απέναντι
για ψώνια ή για να πάμε το φαγητό στο
φούρνο.

Εδώ
γύρω ήταν όλοι σχεδόν οι κινηματογράφοι
πρώτης προβολής. ΒΑΚΟΥΡΑ, ΑΝΑΤΟΛΙΑ,
ΟΛΥΜΠΙΟΝ, ΕΓΝΑΤΙΑ, ΔΙΟΝΥΣΙΑ, ΚΛΕΙΩ, ΑΕΛΛΩ, ΗΛΙΣΙΑ,…
που να τα θυμάμαι όλα. Και ξεχώριζε η
ΘΥΜΕΛΗ μια μικρή αίθουσα στην οδό Παλαιών
Πατρών Γερμανού, με τις εξαιρετικές
ταινίες. Σ’ αυτή την αίθουσα ανέβαζε
και τις παραστάσεις του το παιδικό
θέατρο της Μαίρης Σοΐδου. Εκεί κοντά,
δίπλα στον ΕΣΠΕΡΟ ήταν και το ΣΙΝΕΕΠ.
Ένας πολύ στενός κινηματογράφος, για
τα παιδιά, που έβαζε ταινίες με τον
Χοσσελίτο,
τον Ταρζάν, τη Χέιλι Μιλλς,

 



ή
κινηματογραφικές μεταφορές των
μυθιστορημάτων του Ιούλιου Βερν και
με πολλά “Μίκυ Μάους”

 

και επίκαιρα
πριν από κάθε ταινία. Εδώ οι πορτοκαλάδες
και οι λεμονάδες ήταν σε πλαστικά
πορτοκάλια και λεμόνια, με ένα μικρό
βιδωτό καπάκι. Έτσι στο διάλειμμα γινόταν
ένας απίστευτος πόλεμος με όπλα αυτά
τα άδεια πλαστικά πορτοκάλια και λεμόνια. Οι μισοί ανέβαιναν πάνω στη σκηνή, και οι άλλοι από κάτω, και αντάλλασσαν πυρά.
Αναγκαζόταν κάθε φορά να επιβάλει τη
τάξη ο ιδιοκτήτης.

Κάθε
εβδομάδα που άλλαζαν οι ταινίες, στους
κινηματογράφους, πάνω απ την είσοδο,
κολλούσανε μια γιγαντοαφίσα με κάποια
σκηνή απ την ταινία, ή απλώς με τα πρόσωπα
των πρωταγωνιστών.


Πάντα
αναρωτιόμουνα πώς και πότε προφταίναν
να τα ζωγραφίσουν όλα αυτά.

Και στους κινηματογράφους, κυρίως τις Κυριακές, είχε τόσο πολύ κόσμο, που σπάνια εύρισκες θέση. Άσε που όπως λέει και ο espectador κινδύνευες να μείνεις έγκυος χωρίς να ξέρεις από ποιον.


Τα
Χριστούγεννα του 1964 στην Παναγία την
Αχειροποίητο που ήταν εκεί κοντά,
κοινώνησα για τελευταία φορά.




Δώδεκα
χρονών ήμουν και όταν βγήκα απ’ την
εκκλησία αναρωτήθηκα “ποιο το νόημα”;
Το σκεφτόμουν όλη μέρα και μιας και δεν
βρήκα απάντηση, δεν το ξαναέκανα.

Τώρα
ποια πήγα στο γυμνάσιο. Α’ Γυμνάσιο
Θηλέων Θεσσαλονίκης, στην Εθνικής Αμύνης
(τότε Βασ. Σοφίας). Για ένα διάστημα όταν
ήμουν στην Α’ γυμνασίου, διορθώναν το
κτήριο, γι αυτό πηγαίναμε στο Η’ Γυμνάσιο
Αρρένων μετά την Ανάληψη.




Ήταν
ένα κτήριο πολύ παλιό, που τώρα ποια
έχει ανακαινιστεί, και είναι διατηρητέο,
δίπλα στη θάλασσα, δεν είχε γίνει ακόμα
η νέα παραλία. Βγαίναμε κρυφά και βρέχαμε
τα πόδια μας. Ξοδεύαμε όλο το χαρτζιλίκι
μας και κρατούσαμε μια δραχμή, γιατί
τόσο έκανε το μαθητικό εισιτήριο της
αστικής συγκοινωνίας. Μα βγαίνοντας απ
το σχολείο, απέναντι είχε στραγαλατζίδικο
και έτσι με την φίλη μου την Τάνια
αγοράζαμε από μια δραχμή στραγάλια
άσπρα σκληρά και γυρνούσαμε με τα πόδια
απ’ την παραλία. Με την Τάνια είμασταν
μαζί στην Ε’ δημοτικού και ξαναβρεθήκαμε
στο γυμνάσιο. Ήταν καλή ηθοποιός, έπαιζε
τότε στο παιδικό θέατρο της Μαίρης
Σοΐδου, και όταν τελειώσαμε το γυμνάσιο
στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου.
Την κέρδισε τελικά το τραγούδι, αλλά ο
αέρας που έχει στη σκηνή την κάνουν να
ξεχωρίζει, και είναι η αγαπημένη μας
τραγουδίστρια.

Εκείνη
την εποχή κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη,
μία γυναίκα, η “Ρωσίδα” έτσι την ξέραμε,
πιθανόν να ήταν από τους εμιγκρέδες που
φύγανε απ’ τη Ρωσία με την Οκτωβριανή
επανάσταση. Καθόταν στην Ιπποδρομίου
και κυκλοφορούσε με εντυπωσιακό ντύσιμο.
Ρούχα που μόνο στο σινεμά τα βλέπαμε.
Μπότες που ακόμα δεν είχαν γίνει της
μόδας, και μια μακριά μοβ κάπα, χρυσοκέντητη
που ανέμιζε στο περπάτημά της. Λέγανε
ότι δεν ήταν και τόσο καλά στα μυαλά
της, μα αυτό το λένε για τον κάθε ένα που
διαφέρει έστω και λίγο απ’ τους άλλους.

Σ’
αυτό το σπίτι δεν ερωτεύτηκα κανέναν.
Ήμουν μεγάλη για παιδικούς έρωτες και
μικρή για “σοβαρούς”. Εδώ είχα μεταφυσικές
ανησυχίες, άλλα με απασχολούσαν…