Β’ πατρίδα, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-6

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-6


Χαριλάου –
Φόρος

 

βλ.μέρος 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5ο)
http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2095.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2134.entry

http://agriada.spaces.live.com/blog/cns!F87CD9F624CD076D!2181.entry

Ε! τώρα μπήκαμε
σε λιμάνι, αράξαμε, τελείωσαν οι
“περιπλανήσεις”. Ένα σπίτι, όχι
μεγαλύτερο απ’ το προηγούμενο, (δεν
γινόταν άλλο να μεγαλώνουν), μικρότερο
αλλά προπαντός ιδιόκτητο. Η Χαριλάου,
ακόμα δεν είχε γεμίσει πολυκατοικίες.
Υπήρχε μια ποικιλία χρήσεων γης. Λίγες
σχετικά πολυκατοικίες, πολλά ομοιόμορφα
προσφυγικά σπιτάκια πνιγμένα στα γεράνια

και τα χρυσάνθεμα

εξοχικές βίλες με
τριανταφυλλιές, υφαντήρια, χυτήρια,
κεραμιδαριά, και πιο πάνω ένα σπιτάκι
με κότες, κουνέλια, κατσίκα και ότι άλλο
βάζει ο νους σας. Εδώ ήταν και η συνοικία
των Ρώσων εμιγκρέδων, και την εκκλησία
του Αγ. Νικολάου εδώ κοντά, την λένε
ακόμα Ρώσικη εκκλησία. Ο πατέρας του
Espectador στη δεκαετία του
1960, ανέβαινε κάθε Κυριακή,
όλη την οδό 25ης Μαρτίου για να ακούσει
την χορωδία να ψέλνει στα Ρωσικά όλη
την λειτουργία.

Άλλη αίσθηση
το σπίτι να είναι δικό σου. Ότι έκανες
έμενε σε σένα. Και επειδή της αδελφής
μου της καρφώθηκε στο μυαλό μια
συγκεκριμένη απόχρωση μεταξύ εκάϊγ και
κεραμιδί, έπρεπε ο μαραγκός να βρει
τέτοιο χρώμα ματ φορμάικα για τα ντουλάπια
της κουζίνας. Δεν γλίτωνε έτσι εύκολα
ο άνθρωπος από εμάς, και το βρήκε έτσι
ακριβώς όπως το θέλαμε. Και μια μεγάλη
Τετάρτη αφού πήρανε και τα δώρα του
Πάσχα αποφασίσαμε να στρώσουμε την πολύ
μεγάλη κουζίνα μας με μουσαμά σε
απομίμηση πλακιδίου, και σε ανάλογη
απόχρωση. Και είχαμε την απαίτηση Μεγάλη
Πέμπτη να μας τον περάσουν. Τι δηλαδή
αν δεν το χαιρόμασταν το Πάσχα, πότε θα
το χαιρόμασταν. Ούτε οι απειλές μας ότι
θα πάμε αλλού έπιασαν. Οπότε η αδελφή
μου και εγώ αποφασίσαμε να τον περάσουμε
μόνες μας και το κάναμε την Μεγάλη
Πέμπτη. Και ασχοληθήκαμε πολύ ώρα και
καταφέραμε στην ένωση που ήταν στην
μέση να έρχονται τα σχέδια ακριβώς και
να μην ξεχωρίζει τίποτα. Από τότε το
σπίτι ανακαινίστηκε, πάνε και τα ντουλάπια
αυτά, πάει και ο μουσαμάς, μα πάντα εκείνα
τα πρώτα τα θυμόμαστε με περισσότερη
αγάπη και χαρά, απ ότι τον πολυτελή
εξοπλισμό που έχει τώρα.

Σ’ αυτό το
σπίτι τελείωσα τη σχολή και άρχισα να
ψάχνω δουλειά στο αντικείμενό μου. Μα
δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές για τα
κορίτσια. Τα περισσότερα αγόρια διορθώνανε
τηλεοράσεις, μα για μας δεν ήταν εύκολα
τα πράγματα. Οι περισσότερες πάντως
προσλήφθηκαν στην ΕΡΤ και την τότε
ΥΕΝΕΔ.

Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο ήταν
τότε στα σκαριά, λειτουργούσε δυο χρόνια,
και συνέχεια γινόταν προκηρύξεις θέσεων.

Έτσι πήραμε την απόφαση με μια φίλη, και διεκδικήσαμε
θέσεις Παρασκευαστών εκεί.


Τα καταφέραμε
και… ζήσαμε καλά και σεις εύχομαι
καλύτερα.



Δηλαδή όχι ακριβώς, η φίλη μου
και πολλές άλλες με την πρώτη ευκαιρία,
ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, μα το μετάνιωσαν,
και παραιτήθηκαν νοσταλγώντας την
Ξάνθη.

Οι δικές μας
δραστηριότητές βέβαια, ήταν στο κέντρο
της πόλης, αλλά όταν το βράδυ φτάναμε
στην άνω Χαριλάου και μόλις κατεβαίναμε,
απ το αστικό λεωφορείο, αναπνέαμε άλλον
αέρα, αέρα εξοχής με αρώματα τριανταφυλλιάς και γιασεμιού. Εδώ ξεχνούσες ότι
έμενες στη Θεσσαλονίκη (φυσικά αυτά
όλα, πριν 35 χρόνια). Είχαμε απλωθεί στη
Κολοκοτρώνη, μα εδώ αναγκαστήκαμε να
μαζευτούμε πάλι. Λίγο, όχι πολύ. Και το
κυριότερο πρόβλημα; πού θα ζεσταίνει
τις κεραμίδες της η γιαγιά, αφού δεν
είχαμε πια σόμπες, αλλά καλοριφέρ;
Συμβιβάστηκε και εκείνη, τι να κάνει;
βολεύτηκε με χαμηλότερες θερμοκρασίες.

Ανατολικά
βλέπαμε τον Χορτιάτη, και νότια, πέρα
μακριά στον ορίζοντα, φαινόταν τα
αεροπλάνα που προσγειωνόταν και
απογειώνονταν. Και η γιαγιά απορούσε:
“αυτό του αερουπλάνου, παέν έρχιτι,
παέν έρχιτι, τι συμβαίν;” “δεν είναι
ένα γιαγιά, πολλά είναι”… Και άνοιγε
τέρμα την κουρτίνα να βλέπει τον ορίζοντα
και μείς την κλείναμε γιατί μας χαλούσε
το style. Αλλά που να τα
βγάλεις πέρα με τη γιαγια, “ιγώ μια
φουρά θα τα κλείσου τα μάτια, και θα μι
τα κλεισ ου Θιός” μας έλεγε, και την
άνοιγε πάλι.

Μια φορά που
γιόρταζε ο μπαμπάς, μου είπε η φίλη και
γειτόνισσα, να πάμε να φέρουμε και
λουλούδια για το σπίτι. Από που όμως
αφού χωράφια δεν είχε. Αρχίζουμε με τη
σειρά τα σπιτάκια με τα γεράνια και τα
χρυσάνθεμα, και όταν έβγαινε κανείς να
μας μαλώσει του λέγαμε ότι είναι για
τον μπαμπά που γιορτάζει και μας έκοβαν
άλλα τόσα. Αχ! η γιορτή του μπαμπά! ήταν διαφορετική απ τα πάρτι τα δικά μας. Ερχόταν οι θείοι και οι θείες, και ο θείος Αντώνης με μάθαινε ταγκο με αντάλαγμα να του μάθω τουίστ. Του εδινα και γω μια πετσέτα να κανει οτι σκουπίζει την μέση του, και δόστου γέλια και τραγούδια. …Μήπως σας μύρισαν οι κεφτέδες; σ’ αυτήν την εμαγιέ πιατέλα, τους έπλαθε και τους αράδιαζε η μαμά πριν τους τηγανίσει!

Εισβολή στην
Κύπρο, επιστράτευση, και έφυγε και ο αδελφός μου. Μου έχει μείνει η εικόνα απ’ τον
μπαλκόνι να φεύγει, να στρίβει στη γωνία
και εγώ με παγωμένη την καρδιά, να
αναρωτιέμαι πότε θα τον ξαναδούμε. Πήγε
στην Κέλλη Φλωρίνης και από εκεί στην
Χίο και απολύθηκε με τους τελευταίους.

Τώρα πια, όταν έρχομαι
εδώ απ’ την Ξάνθη, τριγυρνάω ώρα μέσα
στο σπίτι. Ανοίγω τις ντουλάπες, και
ψάχνω τα ρούχα, παρ’ όλο που δεν υπάρχει
τίποτα δικό μου πια. Βλέπω παλιές
φωτογραφίες (στην επόμενη είμαι αυτή με το μπικίνι και με τη σούπερ πόζα)




Θυμάμαι πως
ήταν κάποτε η γειτονιά, βλέπω τα παιδάκια
που σκαρφαλώνανε τότε στα μπαλκόνια να
έχουν κάνει δικές τους οικογένειες.
Λαχταρώ να έρθω, αλλά τίποτα πια δεν
είναι όπως πρώτα, με ένα κενό φεύγω πάντα
από δω. Βγάζω φωτογραφίες μερικά πράγματα
της γιαγιάς, για να τα κρατήσω, όπως το
μεγάλο τραπέζι με την εντυπωσιακή βάση
που όταν ανοίγει μπορεί να φιλοξενήσει
δέκα άτομα.

ή τους παλιούς
καθρέφτες που ο ένας είναι ντυμένος με
φυλλο χρυσού




Η όψη του
σπιτιού μετά από τόσα χρόνια έχει αλλάξει
τελείως αλλά σε κάθε τοίχο, σε κάθε
έπιπλο, υπάρχουν ακόμα αντικείμενα που
τα θυμάμαι από τότε που γεννήθηκα.
Γκραβούρες, γυάλινες κανάτες, κάδρα που
τα κέντησε η μαμά στην εφηβεία της, το
άλικο βελούδινο τραπεζομάντιλο.






Στη Χαριλάου,
εγκατασταθήκαμε επτά άτομα πάλι, μα
αρχίσαμε σιγά σιγά να αραιώνουμε. Άλλος παντρεύτηκε, άλλοι έφυγαν απ τη ζωή, και εγώ έφυγα για την Ξάνθη. Αυτό ήταν το τελευταίο μου σπίτι στη Θεσσαλονίκη.

Και τώρα εσείς
που ξέρετε τα πολλά και ο νους σας
κατεβάζει (με τις θεωρίες της σχετικότητας
και ότι άλλο ξέρετε) εξηγείστε μου, πως
γίνεται τα χρονικά διαστήματα μεταξύ
των μετακομίσεων στη Θεσσαλονίκη που
ήταν περίπου τρία χρόνια να μου φαίνονται
πολύ μεγάλα; και τα 32 χρόνια της Ξάνθης
να περάσουν χωρίς να το καταλάβω;



Advertisements

9 Σχόλια (+add yours?)

  1. Thanasis-
    Φεβ. 22, 2010 @ 17:07:18

    Μια κανάτα σαν την δική σας είχαμε και εμείς αλλά μας έσπασε όταν ήμουν μικρός και είχα τόσο, μα τόσο στενοχωρηθεί. Ήταν ΄όμως χρώμα ροζ…Να είσαι καλά να αναπολείς τα περασμένα χρόνια Αθηνά….Κοίτα όμως και λίγο μπροστά!! Οι ματιές προς τα πίσω προκαλούν κρίσεις μελαγχολίας…ΠΡΟΣΟΧΗΗΗΗΗΗ!!!!!!!!

    Απάντηση

  2. thalia
    Φεβ. 22, 2010 @ 17:29:59

    Αγριάδα μου για μια ακόμη φορά θαυμάζω τη μνήμη σου……………Παραστατικότατη, ολοζώντανη,φωτογραφική μνήμη.Τί αέρα φυσάει στην Ξάνθη και κρατά καθαρό το νού;Για μια ακόμη φορά περπάτησα σε γειτονιές, που τώρα τίποτα δεν θυμίζουν τις παλαιές…………Να περνάς καλά στην τελευταία σου πατρίδα…………….(δεν πιστεύω σε άλλη μετακόμιση;)Την γλυκειά μου καληνύχτα.

    Απάντηση

  3. Αγριάδα
    Φεβ. 22, 2010 @ 17:51:12

    Μπα! Θανάση, μόνο από μελαγχολία δεν κινδυνεύω, για την ώρα τουλάχιστον. και εξ άλλου το μόνο που έμεινε να γραψω ειναι για το πατρικό μου σπίτι

    Απάντηση

  4. Αγριάδα
    Φεβ. 22, 2010 @ 17:54:10

    Θάλεια, δεν υπάρχει αλλη μετακόμιση. όσο για το νου, απ τη μια αρχιζει και θολώνει, και απ την άλλη, η μια μνημη φέρνει και άλλες.

    Απάντηση

  5. erato
    Φεβ. 22, 2010 @ 19:10:14

    Αναμνήσεις που φυλάμε στο σεντούκι του μυαλού μας !!όσο για τα αντικείμενα… έχω από την προγιαγιά μου !Ζωής περάσματα που πρέπει να υπάρχουν για να μας θυμίζουν άλλες εποχέςΠολύ όμορφο και γλυκό !!!Εύχομαι μια όμορφη εβδομάδα φιλάκια πολλά!

    Απάντηση

  6. vivi
    Φεβ. 27, 2010 @ 10:27:58

    Άργησα…αλλά το βρήκα το δρόμο…Ταξίδι στο παρελθόν κι αυτή τη φορά τα συναισθήματα κυριαρχούν και η νοσταλγία ξεχειλίζει…..Πρόσωπα, τόποι και καταστάσεις που μας έχουν φύγει ή έχουν οριστικά αλλάξει μορφή…..χρόνια που νοσταλγούμε και μένουν κάποια αντικείμενα για να τα θυμίζουν,,,Τα χρόνια τα πιο καινούρια τα κρατάμε ακόμα σφιχτά στην αγκαλιά μας……τα ζούμε….Καλή σου μέρα! [Ελπίζω να μάθουμε κάτι και για την Ξάνθη!!]ΥΓ. Αυτό το κίτρινο αυτοκινητάκι, το φορτωμένο άλλο τόσο όσο το ύψος του, πολύ μου αρέσει! Μου θυμίζει το δικό μου κάθε καλοκαίρι που πηγαίνω camping!!!!!

    Απάντηση

  7. Αγριάδα
    Φεβ. 28, 2010 @ 13:05:00

    Βιβή μου, για την Ξάνθη έγραψα πρώτα, είναι η σειρά η Τρίτη Πατρίδα μου, είναι σε έξη συνέχειες, και η πρώτη αρχίζει στις 21 Δεκεμβρίου, διάβασέ τα, πέρνεις μια ιδέα.

    Απάντηση

  8. Τσουκνιδιτσα
    Φεβ. 28, 2010 @ 13:18:53

    ταξιδεψα μαζι σου… εχω γεννηθει στην Θεσσαλονίκη, με μαγεψαν οι περιγραφές σου… ξύπνησαν μνημες απο διηγήσεις…ο πατέρας του πατέρα μου ηταν ρώσος… ειναι δύσκολο να περιγραψεις συναισθηματα με λεξεις… εγω περιμενω την συνέχεια…καλό απογευματάκι Κυριακής…

    Απάντηση

  9. Αγριάδα
    Μαρ. 01, 2010 @ 06:23:29

    Τσουκνιδίτσα, δεν εχει συνεχεια από Θεσσαλονίκη¨Ηταν οι συνέχειες σε πέντε σπίτιαΓια τον τόπο που γεννηθηκα θέλω να γράψω, μα ημουν μικρη και θυμαμαι κυριως το πατρικό μου, θα δούμεΣας ευχαριστώ όλους που με ενθαρρύνετε

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: