Σύγκλιση γονιδίων!

 

Ο Κόλιας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Σουχούμι της Απχαζίας. Τελείωσε Ρωσικό Γυμνάσιο και το 1922 με την ανταλλαγή, ήρθε στην Ελλάδα.

Το κέντρο υποδοχής προσφύγων ήταν ένας λασπότοπος έξω απ τη Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά με το όνομα σήμερα. Άθλιες οι συνθήκες διαβίωσης και πολλοί δεν άντεξαν, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Κόλια, λεπτός και “άψητος” όπως ήταν, πέθανε από ηλίαση. Μέχρι τη δεκαετία του -60, οι νέοι για να κατέβουν στη Θεσσαλονίκη, είχαν μαζί τους τα καλά τα παπούτσια. Πηγαίναν με τις γαλότσες μέχρι τη στάση του λεωφορείου, τις κρύβανε κάτω απ τα καφάσια του μανάβη, και φορούσαν τα καλά τους.  Στο γυρισμό, αλλάζαν πάλι, φορούσαν τις γαλότσες και με τα παπούτσια στο χέρι πηγαίναν στα σπίτια τους.

Από την Καλαμαριά, τους πρόσφυγες τους στέλναν σε περιοχές που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι, και με ένα μικρό κλήρο που έπαιρναν, προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Η οικογένεια του Κόλια, πήγε στα Κομνηνά Ξάνθης, δίπλα στη Σταυρούπολη. Απ τους πιο μορφωμένους αλλά και τους πιο δραστήριους, της περιοχής, έγινε και δήμαρχος της Σταυρούπολης, και πρωτοπόρος του συνεταιριστικού κινήματος. Δεν εξαργύρωσε όμως ποτέ αυτές τις υπηρεσίες του, αντίθετα από τον φίλο του και συμπατριώτη του, που και αγροτικό κόμμα ίδρυσε και υπουργική θέση κατέλαβε.  Επί πλέον στις χοροεσπερίδες που οργάγωνε στα Κομνηνά και στην Σταυρούπολη, έπαιζε και βιολί, και έδινε τα παραγγέλματα στα γαλλικά. Ακόμα κάποιοι παλιοί κάτοικοι θυμούνται αυτές τις βραδιές.

Η Σόνια, αγαπημένη κόρη ενός συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού, εγκατέλειψε νύχτα με την οικογένειά της το πατρικό σπίτι, στη Ρωσία παιδούλα ακόμα, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Ένα κτήμα που δεν έφτανε μια μέρα με το άλογο να το γυρίσεις, και ένα σπίτι με τεράστιες αποθήκες γεμάτες τρόφιμα για τους βαρείς ρωσικούς χειμώνες, θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη της, ως το τέλος της ζωής της. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας εργαζόταν σαν θυρωρός, και με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, πέρασε με προσωρινό διαβατήριο στην Ελλάδα, σε ηλικία 13 χρονών.

Στα 18 της, ο πατέρας την πάντρεψε με τον Κόλια, 12 χρόνια μεγαλύτερό της. Παρ όλη την διαφορά ηλικίας πήρε τα ηνία του σπιτιού.

Ο μικρός μισθός του συνεταιρισμού χρειαζόταν πολύ καλή διαχείριση για τις ανάγκες της οικογένειας που κάποτε έφτασε να είναι οκταμελής. Άσε που πολλές φορές αντί για τον μισθό, της έφερνε κάποια προϊόντα που τους δίναν έναντι. Κάποτε ο Κόλιας έφερε στο σπίτι ένα ραδιόφωνο Τομσον και μαζευόταν όλη η γειτονιά να ακούσει. Αυτό έγινε όταν πια η οικογένειά τους, είχε μετακομίσει στην Ξάνθη. Η Σόνια ήταν το συμπλήρωμα του Κόλια. Διστακτικός και ευαίσθητος εκείνος, αποφασιστική και σκληρή εκείνη. Κάποια Χριστούγεννα του έδωσε το μαχαίρι να πάει να σφάξει τη γαλοπούλα που τάϊζε πολύ καιρό και την είχε στην πίσω αυλή του μικρού τους σπιτιού. Περίμενε πολύ ώρα μα ούτε ο άντρας της φαινόταν, ούτε η γαλοπούλα. Στέλνει τότε τον μεγάλο γιο, να δει γιατί αργεί ο πατέρας. Εκείνος πήγε στην αυλή, αλλά παρ’ όλο που πέρασε η ώρα δεν φάνηκε πίσω. Περιμένει η Σόνια, περιμένει…. Στέλνει τον μικρό γιο. Εν τω μεταξύ όλα τα υλικά έτοιμα για να μαγειρέψει, αλλά πουθενά γαλοπούλα. Τρέχει τότε θυμωμένη, και τους βρίσκει όλους να χαϊδεύουν τη γαλοπούλα. Αγανακτισμένη αρπάζει το μαχαίρι και …. χρατς, αυτό ήταν.

Ο Δημήτρης το τέταρτο παιδί μιας από τις πιο πλούσιες οικογένειας του Κολινδρού, γεννήθηκε το 1907.

Οταν μεγάλωσε, θέλησε να πάει για σπουδές σε μια γεωπονική σχολή που λειτουργούσε τότε στην Αγιά Λαρίσης, με οικοτροφείο. Μα η μαμά του το θεώρησε απαράδεκτο να ξενιτευτεί το παιδί, τότε μόνο οι φτωχοί ξενιτεύονταν, της είχε φύγει και ο μεγάλος γιος της στην Αμερική! Οπότε έμεινε στον Κολινδρό, έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη, λίγο όμως την εξάσκησε. Παράλληλα ,το μαντολίνο, τα βιβλία και οι θεατρικές παραστάσεις ήταν οι ενασχολήσεις του, μέχρι το γάμο του, και αρκετά μετά. Μετά από σχεδόν 15 χρόνια γάμου αναγκάστηκε να βάλει και εκείνος καπνό, και να δουλέψει με την οικογένειά του για μερικές χρονιές. Στην δεκαετία του 60, με τέσσερα παιδιά πια, κατάλαβε ότι για τα παιδιά το μέλλον ήταν στην Θεσσαλονίκη, και έτσι αφού πούλησε μέρος της περιουσίας του, μετακόμισε, όπως και πολλές άλλες οικογένειες.

Στον Κολινδρό γεννήθηκε και η Πολυτίμη το 1912, το 6ο απ τα εννιά παιδιά του Κώτσου και της Αθηνάς.

Ο πατέρας της, καλλιεργημένος, ιεροψάλτης, μα κυρίως τεχνίτης τσαγκάρης, δεν ήθελε τα πέντε κορίτσια του να ταλαιπωρηθούν όπως η γυναίκα του με τόσο πολλά παιδιά, γι αυτό δεν ήθελε να τις παντρέψει μικρές. Αυτόν τον οικογενειακό προγραμματισμό ήξερε. Έξυπνος και αρχοντικός μόνο τον σεβασμό των γύρω του ενέπνεε. Η εικόνα του με το μακρύ νυχτικό (δεν φορούσαν τότε πιτζάμες) τον σκούφο, και το λυχνάρι να ανεβοκατεβαίνει την ξύλινη σκάλα, έχει μείνει στις καρδιές των 25 εγγονιών του. Την Κυριακή άφηνε επάνω στο τζάκι στη σειρά ένα δεκάρικο, ένα τάλιρο και ένα δίφραγκο, που ήταν το χαρτζιλίκι για τους γιους, ανάλογα με την ηλικία τους, τον Σωτήρη, τον Λάκη και τον Αντώνη. Μα ο Αντώνης πήγαινε κρυφά και άλλαζε τη σειρά, έβαζε στο κέντρο το δίφραγκο και τελευταίο το τάλιρο. Ετσι ο Λάκης πάντα βιαστικός και απονήρευτος έπαιρνε το πιο μικρό νόμισμα. Στον Κολινδρό κατέβαιναν απ τα γύρω χωριά για να ψωνίσουν και για να παραγγείλουν παπούτσια. Μα τα καινούρια παπούτσια έπρεπε να τρίζουν όταν τα παλικάρια στη βόλτα ήθελαν να κινήσουν το ενδιαφέρον των κοριτσιών. Ο Κώτσος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι έβαζε τσόφλια από αβγά στο εσωτερικό των παπουτσιών, μα εκείνος έβαζε απλά δυο φόδρες καλή με καλή και σε κάθε βήμα που τριβόταν μεταξύ τους, έτριζαν. Έτσι οι πελάτες του έφερναν και μερικά αβγά πάντα για τα παιδιά, με την σιγουριά οτι θα βάλει τσόφλια και στα παπούτσια, για να εντυπωσιάσουν στο χωριό τους. Η Πολυτίμη αγαπήθηκε με τον Δημητράκη και στα 27 της χρόνια, μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής, παντρεύτηκε.

 

Ο Σόλων, το τέταρτο παιδί του Κόλια και της Σόνιας γεννήθηκε όταν πια η μεγάλη κόρη άρχισε να γαμπρίζει.

 

Έτσι του έμεινε η εντύπωση από μικρό παιδί οτι ήταν περιττός. Η αδελφή του στα 17 της χρόνια παντρεύτηκε με ένα χωροφύλακα, που τον έπαυσαν απ την υπηρεσία του, γιατί η νύφη δεν ήταν από οικογένεια των δικών τους προδιαγραφών και επί πλέον δεν είχε τα απαραίτητα μετρητά για προίκα. Γρήγορα έκανε και ένα κοριτσάκι και έτσι θείος και ανιψιά μεγάλωσαν σχεδόν μαζί. Έτσι η οικογένεια έφτασε να είναι οκταμελής και να ζει απ τον μισθό του Κόλια. Το 1961, όταν πια παντρεύτηκαν και τα δυο κορίτσια της οικογένειας, και φύγαν απ το σπίτι, οι γονείς με τα δυο αγόρια μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Σόλων φοίτησε στο γυμνάσιο, και λίγο στο πανεπιστήμιο, αλλά όταν δημιουργήθηκε το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ξαναγύρισε στην Ξάνθη, και…. περίμενε.

 

 

 

Το τέταρτο παιδί τουΔημητράκη και της Πολυτίμης, η Αθηνά, αν και γεννήθηκε σε δύσκολη εποχή,  ήταν το χαϊδεμένο τους.

 

Έζησε τα μαθητικά και τα σπουδαστικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ασχολήθηκε με πολλά πράγματα και τελικά με την ίδρυση του ΔΠΘ πήγε στην Ξάνθη, όπου στο επαγγελματικό της περιβάλλον συνάντησε τον Σόλωνα. Δραστηριοποιημένοι και οι ίδιο στο συνδικαλιστικό τους όργανο, πρόεδρος του συλλόγου η Αθηνά, γραμματέας ο Σόλων, ήταν αναγκασμένοι να συναντιούνται συχνά για υπογραφές στα πρακτικά και τα έγγραφα του συλλόγου. Το αποτέλεσμα ήταν η συμβίωση 32 χρόνων, και δυο παιδιά!.

Τα παιδιά μας, αγαπάνε τα βιβλία και την μουσική σαν τους παππούδες, πήραν τον αλτρουισμό της γιαγιάς Πολυτίμης, την αποφασιστικότητα της γιαγιάς Σοφίας, την περιέργεια για κάθε τι καινούριο της μαμάς τους και την συνέπεια στα  πιστεύω τους, του πατέρα τους. Η κορούλα μας είναι η μόνη σε όλη την Ελλάδα που δεν ορκίστηκε όταν πήρε το πτυχίο της. “Δεν είμαι υποχρεωμένη να ορκιστώ, και δεν θα ορκιστώ” τους είπε.

Και εμείς τα παρακολουθούμε με αγάπη, μακριά τους γεωγραφικά μα τόσο κοντά τους, χάρη στην  «αγία» τεχνολογία.

Advertisements

Σύντομες μαγειρικές διαδρομές-6. Ωμή σαλάτα από ρίζες

Σήμερα θα φτιάξουμε μια υπέροχη σαλάτα, όχι μόνο μοναδική σε θρεπτική αξία, μα και γρήγορη και με όμορφα ζεστά χρώματα.

Ας πάρουμε δύο παντζάρια ωμά, δυο καρότα, δυο ρεπάνια, λίγο μαϊντανό, τον μικρό ηλεκτρικό κόφτη (multi στα ελληνικά) και ξεκινάμε.

Καθαρίζουμε και κόβουμε διαδοχικά και με όποια σειρά μας αρέσει τα λαχανικά και τα βάζουμε κυκλικά στην πιατέλα.

Φροντίζουμε να αφήνουμε μικρή ποσότητα από το προηγούμενο λαχανικό μαζί με το επόμενο, οπότε δημιουργούμε συνδιασμούς και αποχρώσεις των χρωμάτων.

Εδώ χρησιμοποίησα με τη σειρά, καρότο, παντζάρι, ρεπάνι, καρότο, μαιντανό, ρεπάνι. Βάζουμε και το κερασάκι, εε… τις ελιές ήθελα να πω, λάδι και λεμόνι ή μηλόξυδο.

Πλένουμε το μοναδικό σκεύος που λερώσαμε μόνο με νερό, αφού προσέχουμε και δεν το λαδώνουμε, αποφεύγοντας όσο γίνεται το υγρό πιάτων που έχει κατηγορηθεί για πολλά, και τα ξέρει καλύτερα η οικοδέσποινα του βιομπαξέ, βάζουμε τη σαλάτα στο τραπέζι, και κάνουμε ευχάριστη έκπληξη στην οικογένειά μας.  (δεν θα αντικρύσει κανένα χάος στην κουζίνα)

 

Και αν περισσέψει λίγη σαλάτα, ανακατέψτε την, βάλτε την σε ένα πιάτο, και πάλι θα έχετε μια όμορφη, υγεινή και έτοιμη σαλάτα για το βράδυ!

Άντε, καλή μας όρεξη, που ποτέ δεν μας λύπει!