Στα κουσούρια ντ’ μπαμπά μ’. (μεθεόρτια)

Μια βδουμάδα μιτά τ Αγίου Δημητρίου μ’ έστειλιν η μάμα μ’ στου φούρνου να πάρου δυο λαμαρίνις. Ήταν Παρασκηυή, κι πως χάρ’κααα πλαλώντας πήγα κ’ ήρθα. Τς λαμαρίνις τς έπιρνι όταν ήθιλι να κάμ’ κουλούρια.

Τι θα κάν’ς μάμα;” “Θα κάνου κουλούρια κι ινδουκάρυδα, γιατί μπουρεί να ‘ρθει καμία τ’ Κυριακή μιτά τν Ικκλησία και δεν έχου τίπουτα να ξιντροπιαστώ. Αύριου θ’ ρθει κ’ η θεία σ’ να μι βουηθήσ’” . “Αφού πέρασιν η γιουρτή ντ’ μπαμπά μ’” “Θα έρχουντι για τα κουσούρια”

Του Σάββατου είπι κρυφά κι του μπαμπά μ’ να φέρ’ ικατό δράμια μαργαρίτις να έχ’, και προυί προυί άρχίνσαν. Ιμάς μας έλιγαν να πάμι να παίξουμι να μην τσ’ αμπουδάμι μα ημείς εικί τριγυρνούσαμι.

Έκαμαν κουλούρια για βουτήματα κι τ’ αράδιασαν στ’ μια τ’ λαμαρίνα κι ύστιρα έκαμαν ινδουκάρυδα. Σαν κουλούρια ήταν κι αυτά αλλά τα έλιγαν πτιφουρ μι ινδουκάρυδου. Έβαζαν του μαλακό ζυμάρ’ που είχι μέσα τριμμένου ινδουκάρυδο, σι ένα χουνί μι δόντια στν άκρ’ κι του πατούσαν και έβγιναν στρόγγυλα κουλούρια μι μύτις. Έβαζαν κι στ’ μέσ’ μισό κεράσι’ γλυκό, κι τα έβαλαν κι αυτά στν άλλ’ τ’ λαμαρίνα. Μιτά πήγαν κι τσι δυο τς λαμαρίνις στου φούρνου.

Όλ’ θέλαμι να πάμι να τα πάρουμι απ του φούρνου, μα δε μας άφσαν. “Μι τιλειώσατι του γλυκό μι τιλειώσατι κι τα τσικουλατάκια κι όλα, δεν έχουμι τίπουτα να κιράσουμι, Θα σας δώσου ιγώ απού ένα”


Οταν τα έφιραν στου σπίτ, ημείς απού πάν. Άλλα κόλ’σαν κι άλλα έσπασαν. Αυτά μας τα μοίρασαν. Τα άλλα τα ‘κρυψαν. Οι τρεις θιραπαύκαμι, μας έφτασαν αυτά που φάγαμι, αλλά ου Γιάγκους όλ’ τ΄νύχτα σαν σφιντσιότκους παπάς ανέβνι κατέβνι τς σκάλις αλλά δεν έβρισκι που τά κριψιν η μάμα μας.

Ντ’ Κυριακή, όταν απόλκιν η ικκλησία, ήρθαν οι θείις απ’ τ’ γειτουνιά και πήγαν όλις στν καλή ντ’ κάμαρ’. Η μάμα μ’ κιρνούσι κι η αδιλφή μ’ ντ βουηθούσι. Η Γιάγκους παραμόνιβι να δει που έκρυψαν τα κουλούρια για να ξέρ’ για άλλ φουρά. Πρώτ’ φουρά δεν τα βρήκι κι κόντιψιν να σκάσ’. Όξου απ’ ντ καλή ντ’ κάμαρ’ είχαμι μια μιγάλ’ σάλα, μι μιγάλα παράθυρα και δαμάσκου κουρτίνις. Εικί πίσου απ’ τς κουρτίνις κρέμασιν η μάμα μ’ τ’ σακούλα μι όλα τα κιράσματα. Δεν είπι τίπουτα η αδελφόζουμ, πήγι κι πήρι τς γκαζιές.

Απάν’ στου τραπέζι ήταν η φουντανιέρα μι τς μαργαρίτις τα τσικουλατάκια. Άσπρ’ πουρσιλάν’ μι ουρανί λουλούδια, που τ’ έφιρι η γιαγιά μ’ απ’ τ’ Σιάτιστα. Έβαλιν ένα κουρσούμ’ μέσα στου χέρι τ’ η Γιάγκους, κι μι του μιγάλου δάχτυλο του έστειλι στ’ φουντανιέρα. Μόνο του καπάκι έμεινι. Ύστηρα, όταν η μάμα μ’ μι τουν μιγάλου του δίσκου γιμάτου πουτήρια κι πιατάκια μι γλυκό πήγι να κιράσ’ έβαλιν κι του καλό του πουτήρ’ στου σημάδ’ κι γέμισιν η τόπους λυλίτσια.

Θύμουσιν η μάμα μ’ γούρλουσιν τα μάτια, κι είπι ότ’ έλιγιν όταν θύμουνι “Α στην ευχή της Παναγίας”

 

κουσούρια=μεθεόρτια

πλαλώντας=τρέχοντας

100 δράμια = 320 γραμμάρια (400 δράμια = Μία οκά = 1.282 γραμμάρια)

αμπουδάμι=εμποδίζουμε

θιραπαύκαμι=θεραπευτήκαμε-ευχαριστηθήκαμε

απόλκιν η ικκλησία=απέλυσε (τον κόσμο) η εκκλησία – τελείωσε η λειτουργία δηλ.

δαμάσκο = είδος πολυτελούς υφάσματος, αδιαφανές (δεν υπήρχαν πατζούρια τότε στον Κολινδρό και στα παράθυρα βάζανε εκτός απ τις λεπτές κουρτίνες και άλλες αδιαφανείς)

γκαζιές=μπίλιες

λυλίτσια=κομματάκια γυαλιού