Το φιντανάκι

Ήταν ένα τόσο δα φιντανάκι, που το απέσπασαν βίαια απ τη μάνα του, μα γεμάτο απ τους χυμούς της, μπορούσε σίγουρα να επιβιώσει. Δεν το ενδιέφερε και τόσο που έφευγε από κοντά της, αλλά αυτό που ήθελε ήταν να ταξιδέψει, να γνωρίσει άλλους κόσμους και κυρίως να είναι αύταρκες. Βαλμένο στη σειρά με πολλά άλλα μαζί, της ηλικίας του, προσπαθούσε να ριζώσει στο καινούριο του περιβάλλον. Μία ορμόνη και η ενισχυμένη τροφή μέσα στο νερό με ένα σωρό μεταλλικά άλατα, προφυλαγμένο μέσα σε θερμοκοιτίδα, βοήθησαν ώστε γι’ αυτό να μην χρειάζονται ιδιαίτερες δυνάμεις.

Ένα πρωί, όταν ο ήλιος ήταν ακόμα στον ορίζοντα, το ξερίζωσαν όπως και τα άλλα αδέλφια του, και τα έβαλαν το καθένα σε δικό του σπιτάκι. Αν και πόνεσε πολύ, του άρεσε αυτό, και με τη βοήθεια των συμπληρωμάτων διατροφής τα κατάφερε και πάλι να ριζώσει στο νέο του σπιτικό. Ήταν σίγουρο ότι εδώ θα μεγαλώσει και θα δημιουργήσει τους κλώνους του. Μα ποτέ κανείς δεν ορίζει απόλυτα τον εαυτό του, και ένα δροσερό πρωινό με λιακάδα, άνθρωποι κατέκλυσαν τον χώρο του ιδρύματος, και τότε άκουσαν τα φιντανάκια για χρήματα και για την αποτίμηση της αξίας τους σε ευρώ.

Μαζί με άλλα φιντανάκια, σε διάφορα σχήματα και χρώματα, το φορτώσανε σε ένα αυτοκίνητο όπως άκουσε να το λένε, και ταξίδεψε πολύ μακριά πια. Και πάλι η χαρά του ήταν απέραντη, ανάμεικτη με άγχος όμως, γιατί δεν ήθελε πια άλλο ξερίζωμα, δεν άντεχε άλλο σοκ.

Κάποτε, αφού ταξίδεψαν στον απέραντο κάμπο, έφτασαν στο Μαγικό, και αφού πέταξαν το χαλασμένο πια μικρό σπιτάκι του, που μέσα σε αυτό ασφυκτιούσε και δεν μπορούσε να τεντωθεί, το έβαλαν στη μάνα Γη! Α, εδώ τώρα μπορούσε να απλώσει ρίζες προς όλες τις κατευθύνσεις και προπαντός βαθιά, προς την υγρή και ζεστή καρδιά της. Και τα λιγνά κλαδιά του θέλανε να φθάσουν τον ήλιο. Έγινε πια μια λυγερή κοπέλα που με αρμονικές, χορευτικές κινήσεις, τυλιγόταν και σκαρφάλωνε στο μεταλλικό, όμορφα βαμμένο, πλέγμα. Έγινε μια κοπέλα δύο μέτρα ψηλή, και φούντωσε, ομόρφυνε, και ήταν σίγουρη ότι αν μεγαλώσει κι άλλο, θα ανεβεί επάνω στη στέγη, και τότε πια θα βλέπει πολύ μακρυά, πάνω απ τα λιόδεντρα, τη θάλασσα αλλά και τα βουνά. Το άρωμά της μεθούμε τα έντομα που οργίαζαν γύρω της. Έκανε πολλά όνειρα, μα ήρθε χειμώνας, και δεν το άντεχε το κρύο, καλύτερα να κοιμόταν σκέφτηκε, και να περιμένει……

Όμως… την Άνοιξη, εγώ με αγωνία έβλεπα τα λεπτά κλαδάκια της, γυμνά, χωρίς ίχνος ζωής. Ένα μόνιμο σφίξιμο, είχα στην καρδιά μου. Να βλέπω όλα γύρω να φουντώνουν, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα έντομα ένα σύννεφο βουερό, τα παιδιά να τρέχουν και οι δεκαοχτούρες να επαναλαμβάνουν το νούμερό τους, το 18. Αλλά η κοπελιά μου γυμνή και ξερή, τυλιγμένη γύρω απ τα όμορφα σίδερα.

Και ένα πρωί, τα είδα. Ναι ήταν κάτι μικρά φυλλαράκια, σαν το κεφάλι της καρφίτσας!!! Σκίρτησα, έβαλα τα γυαλιά μου, και βεβαιώθηκα. Η κοπελιά μου έχει ζωή. Ξέρει εκείνη, τώρα είναι η ώρα της. Άρχισα να στέλνω ηλεκτρονικά μηνύματα, ήθελα να μεταδώσω την ελπίδα! Υπάρχει ελπίδα τελικά για όλους! Και το όνομα αυτής Λουίζα!

Το ξέρω ότι όλοι έχουμε ένα όριο ζωής, μα δεν στρέχω να βλέπω κανέναν να λειώνει, κανέναν να στεγνώνει… Μου είναι αβάσταχτο._

Advertisements

8 Σχόλια (+add yours?)

  1. espectador
    Απρ. 11, 2011 @ 06:53:44

    Ηταν το πιο ομορφο και ελπιδοφορο μηνυμα των τελευταιων ημερων που πηρα, περπατωντας στην Ξανθη για δουλειες (που με εστειλες να κανω).

    Απάντηση

  2. Vivi
    Απρ. 11, 2011 @ 13:26:06

    Υπέροχο Αθηνά μου!!!! Πανέμορφο!!!
    Πολλά πολλά φιλιά!!!!!

    Απάντηση

    • agriada52
      Απρ. 11, 2011 @ 19:34:07

      Ευχαριστώ Βιβή, τι κάνεις; είσαι στο face book? εκεί βλεπόμαστε καθημερινά οι παλιοί φιλοι. Αυτό μας μπέρδεψε λιγάκι

      Απάντηση

  3. vromikesskepsis
    Απρ. 16, 2011 @ 04:00:37

    Πρόσφατα ανέλαβα ένα κτήμα του παππού μου, παρατημένο για πάνω από 50 χρόνια.
    Είναι σε κάτι κατσάβραχα, σ’ ένα νησί των Κυκλάδων.
    Χωρίς νερό, με βοριάδες γερούς, χωρίς χώμα καλό.
    Παρ’ όλ’ αυτά φύτεψα.
    Είμαι καθημερινά εκεί και τα προσέχω σαν τα μάτια μου.
    Το φθινόπωρο που μας πέρασε, έβαλα μια μουριά και πριν κάποιες βδομάδες, έσκασαν τα «μάτια» και έβγαλε φυλλαράκια.
    Μέρα με την ημέρα τα παρατηρώ να μεγαλώνουν και τώρα πια ξέρω τι έχω να προσμένω στα τέλη κάθε χειμώνα.
    Πόσο ίδια μπορούν να είναι τα συναισθήματα.
    Πάρα πολύ ωραίο το άρθρο, με συγκίνησε.
    Καλημέρα

    Απάντηση

    • agriada52
      Απρ. 16, 2011 @ 06:24:06

      «Βρώμικες σκέψεις» αδύνατον να κάνεις εσύ βρώμικες σκέψεις, με τόση ευαισθησία! Εύχομαι να απολαύσεις τους καρπούς των κόπων σου. Ενα λικεράκι από μούρα θα ήταν θαυμάσιο!

      Απάντηση

  4. glarenia
    Απρ. 23, 2011 @ 10:18:38

    Πόσο με άγγιξε η ανάρτησή σου αυτή, μιας κι εγώ ένα φιντανάκι με μεγάλη φροντίδα παρακολουθώ που ανασταίνεται …εκ του μηδενός.
    Δεν ευωδιάζει σαν τη λουίζα σου αλλά τη λατρευω τημίνι διακοσμητική ελίτσα μου και χαίρομαι με κάθε νέο φύλλο της.

    ΚΑΛΗ ΑΝΑ(Σ)ΤΑΣΗ με ΥΓΕΙΑ, ΓΑΛΗΝΗ και ΧΑΡΑ!!!

    Φιλί και Γλαρένες αγκαλιές

    Απάντηση

    • agriada52
      Απρ. 23, 2011 @ 16:23:26

      Τι γλυκιά η ελίτσα σου! Της εύχομαι κάθε προκοπή! Τα στρόγυλλα μπαλάκια, σαν πήλινα τι είναι;
      Σας εύχομαι και εγώ, καλό Πάσχα!

      Απάντηση

  5. glarenia
    Απρ. 24, 2011 @ 20:24:56

    Είναι διακοσμητικά κάτι όπως τα χαλικάκια ή τα βότσαλα για μεγάλες γλάστρες

    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

    Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

    Απάντηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: