Τρεις αυλές – τρεις απόψεις

Αν κάνετε μια βόλτα στην εξοχή, θα δείτε πολλές αυλές τελείως διαφορετικές μεταξύ τους.

Εγώ φωτογράφισα μόνο τη γειτονιά μου

Και πρώτα την αυλή του εξαιρετικού γείτονα που αφιερώνει δύο τρίωρα την ημέρα στην φροντίδα του κήπου του

Στη συνέχεια βλέπετε την αυλή της αχαρακτήριστης γειτόνισας που πολύ συχνά ψεκάζει τα χόρτα και τα καίει γιατί φοβάται τα φίδια, και ας βόσκουν μετά εκεί οι κότες της. Να σας παραγγείλω αυγά;

Και ιδού η δικιά μας αυλή! εδώ όπως παρατηρείτε ο καθένας κάνει ότι θέλει, άνθρωποι, ζώα, φυτά, χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλο

Για πέστε μου τώρα, που θα θέλατε εσείς να κάνετε κωλοτούμπες; να παίξετε μπάλα, να κάνετε κούνια στα δέντρα; Ή καλύτερα να βάλετε μια αιώρα και να πάρετε το βιβλίο ή το λαπ τοπ αγκαλιά, ή ότι άλλο «επιθυμείτε στην αγκαλιά σας να το βρείτε»?

Το φιντανάκι

Ήταν ένα τόσο δα φιντανάκι, που το απέσπασαν βίαια απ τη μάνα του, μα γεμάτο απ τους χυμούς της, μπορούσε σίγουρα να επιβιώσει. Δεν το ενδιέφερε και τόσο που έφευγε από κοντά της, αλλά αυτό που ήθελε ήταν να ταξιδέψει, να γνωρίσει άλλους κόσμους και κυρίως να είναι αύταρκες. Βαλμένο στη σειρά με πολλά άλλα μαζί, της ηλικίας του, προσπαθούσε να ριζώσει στο καινούριο του περιβάλλον. Μία ορμόνη και η ενισχυμένη τροφή μέσα στο νερό με ένα σωρό μεταλλικά άλατα, προφυλαγμένο μέσα σε θερμοκοιτίδα, βοήθησαν ώστε γι’ αυτό να μην χρειάζονται ιδιαίτερες δυνάμεις.

Ένα πρωί, όταν ο ήλιος ήταν ακόμα στον ορίζοντα, το ξερίζωσαν όπως και τα άλλα αδέλφια του, και τα έβαλαν το καθένα σε δικό του σπιτάκι. Αν και πόνεσε πολύ, του άρεσε αυτό, και με τη βοήθεια των συμπληρωμάτων διατροφής τα κατάφερε και πάλι να ριζώσει στο νέο του σπιτικό. Ήταν σίγουρο ότι εδώ θα μεγαλώσει και θα δημιουργήσει τους κλώνους του. Μα ποτέ κανείς δεν ορίζει απόλυτα τον εαυτό του, και ένα δροσερό πρωινό με λιακάδα, άνθρωποι κατέκλυσαν τον χώρο του ιδρύματος, και τότε άκουσαν τα φιντανάκια για χρήματα και για την αποτίμηση της αξίας τους σε ευρώ.

Μαζί με άλλα φιντανάκια, σε διάφορα σχήματα και χρώματα, το φορτώσανε σε ένα αυτοκίνητο όπως άκουσε να το λένε, και ταξίδεψε πολύ μακριά πια. Και πάλι η χαρά του ήταν απέραντη, ανάμεικτη με άγχος όμως, γιατί δεν ήθελε πια άλλο ξερίζωμα, δεν άντεχε άλλο σοκ.

Κάποτε, αφού ταξίδεψαν στον απέραντο κάμπο, έφτασαν στο Μαγικό, και αφού πέταξαν το χαλασμένο πια μικρό σπιτάκι του, που μέσα σε αυτό ασφυκτιούσε και δεν μπορούσε να τεντωθεί, το έβαλαν στη μάνα Γη! Α, εδώ τώρα μπορούσε να απλώσει ρίζες προς όλες τις κατευθύνσεις και προπαντός βαθιά, προς την υγρή και ζεστή καρδιά της. Και τα λιγνά κλαδιά του θέλανε να φθάσουν τον ήλιο. Έγινε πια μια λυγερή κοπέλα που με αρμονικές, χορευτικές κινήσεις, τυλιγόταν και σκαρφάλωνε στο μεταλλικό, όμορφα βαμμένο, πλέγμα. Έγινε μια κοπέλα δύο μέτρα ψηλή, και φούντωσε, ομόρφυνε, και ήταν σίγουρη ότι αν μεγαλώσει κι άλλο, θα ανεβεί επάνω στη στέγη, και τότε πια θα βλέπει πολύ μακρυά, πάνω απ τα λιόδεντρα, τη θάλασσα αλλά και τα βουνά. Το άρωμά της μεθούμε τα έντομα που οργίαζαν γύρω της. Έκανε πολλά όνειρα, μα ήρθε χειμώνας, και δεν το άντεχε το κρύο, καλύτερα να κοιμόταν σκέφτηκε, και να περιμένει……

Όμως… την Άνοιξη, εγώ με αγωνία έβλεπα τα λεπτά κλαδάκια της, γυμνά, χωρίς ίχνος ζωής. Ένα μόνιμο σφίξιμο, είχα στην καρδιά μου. Να βλέπω όλα γύρω να φουντώνουν, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα έντομα ένα σύννεφο βουερό, τα παιδιά να τρέχουν και οι δεκαοχτούρες να επαναλαμβάνουν το νούμερό τους, το 18. Αλλά η κοπελιά μου γυμνή και ξερή, τυλιγμένη γύρω απ τα όμορφα σίδερα.

Και ένα πρωί, τα είδα. Ναι ήταν κάτι μικρά φυλλαράκια, σαν το κεφάλι της καρφίτσας!!! Σκίρτησα, έβαλα τα γυαλιά μου, και βεβαιώθηκα. Η κοπελιά μου έχει ζωή. Ξέρει εκείνη, τώρα είναι η ώρα της. Άρχισα να στέλνω ηλεκτρονικά μηνύματα, ήθελα να μεταδώσω την ελπίδα! Υπάρχει ελπίδα τελικά για όλους! Και το όνομα αυτής Λουίζα!

Το ξέρω ότι όλοι έχουμε ένα όριο ζωής, μα δεν στρέχω να βλέπω κανέναν να λειώνει, κανέναν να στεγνώνει… Μου είναι αβάσταχτο._

Σύγκλιση γονιδίων!

 

Ο Κόλιας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Σουχούμι της Απχαζίας. Τελείωσε Ρωσικό Γυμνάσιο και το 1922 με την ανταλλαγή, ήρθε στην Ελλάδα.

Το κέντρο υποδοχής προσφύγων ήταν ένας λασπότοπος έξω απ τη Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά με το όνομα σήμερα. Άθλιες οι συνθήκες διαβίωσης και πολλοί δεν άντεξαν, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Κόλια, λεπτός και “άψητος” όπως ήταν, πέθανε από ηλίαση. Μέχρι τη δεκαετία του -60, οι νέοι για να κατέβουν στη Θεσσαλονίκη, είχαν μαζί τους τα καλά τα παπούτσια. Πηγαίναν με τις γαλότσες μέχρι τη στάση του λεωφορείου, τις κρύβανε κάτω απ τα καφάσια του μανάβη, και φορούσαν τα καλά τους.  Στο γυρισμό, αλλάζαν πάλι, φορούσαν τις γαλότσες και με τα παπούτσια στο χέρι πηγαίναν στα σπίτια τους.

Από την Καλαμαριά, τους πρόσφυγες τους στέλναν σε περιοχές που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι, και με ένα μικρό κλήρο που έπαιρναν, προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Η οικογένεια του Κόλια, πήγε στα Κομνηνά Ξάνθης, δίπλα στη Σταυρούπολη. Απ τους πιο μορφωμένους αλλά και τους πιο δραστήριους, της περιοχής, έγινε και δήμαρχος της Σταυρούπολης, και πρωτοπόρος του συνεταιριστικού κινήματος. Δεν εξαργύρωσε όμως ποτέ αυτές τις υπηρεσίες του, αντίθετα από τον φίλο του και συμπατριώτη του, που και αγροτικό κόμμα ίδρυσε και υπουργική θέση κατέλαβε.  Επί πλέον στις χοροεσπερίδες που οργάγωνε στα Κομνηνά και στην Σταυρούπολη, έπαιζε και βιολί, και έδινε τα παραγγέλματα στα γαλλικά. Ακόμα κάποιοι παλιοί κάτοικοι θυμούνται αυτές τις βραδιές.

Η Σόνια, αγαπημένη κόρη ενός συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού, εγκατέλειψε νύχτα με την οικογένειά της το πατρικό σπίτι, στη Ρωσία παιδούλα ακόμα, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Ένα κτήμα που δεν έφτανε μια μέρα με το άλογο να το γυρίσεις, και ένα σπίτι με τεράστιες αποθήκες γεμάτες τρόφιμα για τους βαρείς ρωσικούς χειμώνες, θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη της, ως το τέλος της ζωής της. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας εργαζόταν σαν θυρωρός, και με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, πέρασε με προσωρινό διαβατήριο στην Ελλάδα, σε ηλικία 13 χρονών.

Στα 18 της, ο πατέρας την πάντρεψε με τον Κόλια, 12 χρόνια μεγαλύτερό της. Παρ όλη την διαφορά ηλικίας πήρε τα ηνία του σπιτιού.

Ο μικρός μισθός του συνεταιρισμού χρειαζόταν πολύ καλή διαχείριση για τις ανάγκες της οικογένειας που κάποτε έφτασε να είναι οκταμελής. Άσε που πολλές φορές αντί για τον μισθό, της έφερνε κάποια προϊόντα που τους δίναν έναντι. Κάποτε ο Κόλιας έφερε στο σπίτι ένα ραδιόφωνο Τομσον και μαζευόταν όλη η γειτονιά να ακούσει. Αυτό έγινε όταν πια η οικογένειά τους, είχε μετακομίσει στην Ξάνθη. Η Σόνια ήταν το συμπλήρωμα του Κόλια. Διστακτικός και ευαίσθητος εκείνος, αποφασιστική και σκληρή εκείνη. Κάποια Χριστούγεννα του έδωσε το μαχαίρι να πάει να σφάξει τη γαλοπούλα που τάϊζε πολύ καιρό και την είχε στην πίσω αυλή του μικρού τους σπιτιού. Περίμενε πολύ ώρα μα ούτε ο άντρας της φαινόταν, ούτε η γαλοπούλα. Στέλνει τότε τον μεγάλο γιο, να δει γιατί αργεί ο πατέρας. Εκείνος πήγε στην αυλή, αλλά παρ’ όλο που πέρασε η ώρα δεν φάνηκε πίσω. Περιμένει η Σόνια, περιμένει…. Στέλνει τον μικρό γιο. Εν τω μεταξύ όλα τα υλικά έτοιμα για να μαγειρέψει, αλλά πουθενά γαλοπούλα. Τρέχει τότε θυμωμένη, και τους βρίσκει όλους να χαϊδεύουν τη γαλοπούλα. Αγανακτισμένη αρπάζει το μαχαίρι και …. χρατς, αυτό ήταν.

Ο Δημήτρης το τέταρτο παιδί μιας από τις πιο πλούσιες οικογένειας του Κολινδρού, γεννήθηκε το 1907.

Οταν μεγάλωσε, θέλησε να πάει για σπουδές σε μια γεωπονική σχολή που λειτουργούσε τότε στην Αγιά Λαρίσης, με οικοτροφείο. Μα η μαμά του το θεώρησε απαράδεκτο να ξενιτευτεί το παιδί, τότε μόνο οι φτωχοί ξενιτεύονταν, της είχε φύγει και ο μεγάλος γιος της στην Αμερική! Οπότε έμεινε στον Κολινδρό, έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη, λίγο όμως την εξάσκησε. Παράλληλα ,το μαντολίνο, τα βιβλία και οι θεατρικές παραστάσεις ήταν οι ενασχολήσεις του, μέχρι το γάμο του, και αρκετά μετά. Μετά από σχεδόν 15 χρόνια γάμου αναγκάστηκε να βάλει και εκείνος καπνό, και να δουλέψει με την οικογένειά του για μερικές χρονιές. Στην δεκαετία του 60, με τέσσερα παιδιά πια, κατάλαβε ότι για τα παιδιά το μέλλον ήταν στην Θεσσαλονίκη, και έτσι αφού πούλησε μέρος της περιουσίας του, μετακόμισε, όπως και πολλές άλλες οικογένειες.

Στον Κολινδρό γεννήθηκε και η Πολυτίμη το 1912, το 6ο απ τα εννιά παιδιά του Κώτσου και της Αθηνάς.

Ο πατέρας της, καλλιεργημένος, ιεροψάλτης, μα κυρίως τεχνίτης τσαγκάρης, δεν ήθελε τα πέντε κορίτσια του να ταλαιπωρηθούν όπως η γυναίκα του με τόσο πολλά παιδιά, γι αυτό δεν ήθελε να τις παντρέψει μικρές. Αυτόν τον οικογενειακό προγραμματισμό ήξερε. Έξυπνος και αρχοντικός μόνο τον σεβασμό των γύρω του ενέπνεε. Η εικόνα του με το μακρύ νυχτικό (δεν φορούσαν τότε πιτζάμες) τον σκούφο, και το λυχνάρι να ανεβοκατεβαίνει την ξύλινη σκάλα, έχει μείνει στις καρδιές των 25 εγγονιών του. Την Κυριακή άφηνε επάνω στο τζάκι στη σειρά ένα δεκάρικο, ένα τάλιρο και ένα δίφραγκο, που ήταν το χαρτζιλίκι για τους γιους, ανάλογα με την ηλικία τους, τον Σωτήρη, τον Λάκη και τον Αντώνη. Μα ο Αντώνης πήγαινε κρυφά και άλλαζε τη σειρά, έβαζε στο κέντρο το δίφραγκο και τελευταίο το τάλιρο. Ετσι ο Λάκης πάντα βιαστικός και απονήρευτος έπαιρνε το πιο μικρό νόμισμα. Στον Κολινδρό κατέβαιναν απ τα γύρω χωριά για να ψωνίσουν και για να παραγγείλουν παπούτσια. Μα τα καινούρια παπούτσια έπρεπε να τρίζουν όταν τα παλικάρια στη βόλτα ήθελαν να κινήσουν το ενδιαφέρον των κοριτσιών. Ο Κώτσος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι έβαζε τσόφλια από αβγά στο εσωτερικό των παπουτσιών, μα εκείνος έβαζε απλά δυο φόδρες καλή με καλή και σε κάθε βήμα που τριβόταν μεταξύ τους, έτριζαν. Έτσι οι πελάτες του έφερναν και μερικά αβγά πάντα για τα παιδιά, με την σιγουριά οτι θα βάλει τσόφλια και στα παπούτσια, για να εντυπωσιάσουν στο χωριό τους. Η Πολυτίμη αγαπήθηκε με τον Δημητράκη και στα 27 της χρόνια, μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής, παντρεύτηκε.

 

Ο Σόλων, το τέταρτο παιδί του Κόλια και της Σόνιας γεννήθηκε όταν πια η μεγάλη κόρη άρχισε να γαμπρίζει.

 

Έτσι του έμεινε η εντύπωση από μικρό παιδί οτι ήταν περιττός. Η αδελφή του στα 17 της χρόνια παντρεύτηκε με ένα χωροφύλακα, που τον έπαυσαν απ την υπηρεσία του, γιατί η νύφη δεν ήταν από οικογένεια των δικών τους προδιαγραφών και επί πλέον δεν είχε τα απαραίτητα μετρητά για προίκα. Γρήγορα έκανε και ένα κοριτσάκι και έτσι θείος και ανιψιά μεγάλωσαν σχεδόν μαζί. Έτσι η οικογένεια έφτασε να είναι οκταμελής και να ζει απ τον μισθό του Κόλια. Το 1961, όταν πια παντρεύτηκαν και τα δυο κορίτσια της οικογένειας, και φύγαν απ το σπίτι, οι γονείς με τα δυο αγόρια μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Σόλων φοίτησε στο γυμνάσιο, και λίγο στο πανεπιστήμιο, αλλά όταν δημιουργήθηκε το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ξαναγύρισε στην Ξάνθη, και…. περίμενε.

 

 

 

Το τέταρτο παιδί τουΔημητράκη και της Πολυτίμης, η Αθηνά, αν και γεννήθηκε σε δύσκολη εποχή,  ήταν το χαϊδεμένο τους.

 

Έζησε τα μαθητικά και τα σπουδαστικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ασχολήθηκε με πολλά πράγματα και τελικά με την ίδρυση του ΔΠΘ πήγε στην Ξάνθη, όπου στο επαγγελματικό της περιβάλλον συνάντησε τον Σόλωνα. Δραστηριοποιημένοι και οι ίδιο στο συνδικαλιστικό τους όργανο, πρόεδρος του συλλόγου η Αθηνά, γραμματέας ο Σόλων, ήταν αναγκασμένοι να συναντιούνται συχνά για υπογραφές στα πρακτικά και τα έγγραφα του συλλόγου. Το αποτέλεσμα ήταν η συμβίωση 32 χρόνων, και δυο παιδιά!.

Τα παιδιά μας, αγαπάνε τα βιβλία και την μουσική σαν τους παππούδες, πήραν τον αλτρουισμό της γιαγιάς Πολυτίμης, την αποφασιστικότητα της γιαγιάς Σοφίας, την περιέργεια για κάθε τι καινούριο της μαμάς τους και την συνέπεια στα  πιστεύω τους, του πατέρα τους. Η κορούλα μας είναι η μόνη σε όλη την Ελλάδα που δεν ορκίστηκε όταν πήρε το πτυχίο της. “Δεν είμαι υποχρεωμένη να ορκιστώ, και δεν θα ορκιστώ” τους είπε.

Και εμείς τα παρακολουθούμε με αγάπη, μακριά τους γεωγραφικά μα τόσο κοντά τους, χάρη στην  «αγία» τεχνολογία.

Το πρώτο μου ταξίδι

Το πρώτο μου ταξίδι!

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Απ το ψηλό το μπαλκόνι μας στο τριώροφο σπίτι του 19ου αιώνα, πάνω απ τις στέγες των άλλων σπιτιών, φαινόταν τις νύχτες τα φώτα της Θεσσαλονίκης. Στα παράθυρα φέγγανε αμυδρά οι γκαζόλαμπες. Σε πολύ λίγα σπίτια και στα μαγαζιά υπήρχαν και τα λουξ. Αυτά έδιναν ένα φως όχι κίτρινο, αλλά άσπρο σαν τις λάμπες φθορίου. Όταν λοιπόν είχε ξαστεριά, χαζεύαμε με τις ώρες τον ουρανό, όπου λόγω του σκοταδιού έλαμπαν πιο έντονα τα άστρα. Μα πέρα στον ορίζοντα, πέρα απ τον Θερμαϊκό κόλπο, ένας άλλος “ουρανός” ήταν απλωμένος πάνω στη γη. Ήταν η Θεσσαλονίκη, που την ονειρευόμασταν χωρίς πολλές ελπίδες να τη δούμε. Τότε σπάνια ταξίδευε ο κόσμος.

Μα μια αδιαθεσία μου και επειδή στον Κολινδρό υπήρχαν μόνο δυο γιατροί (ο Μερκούρης και ο Κουτρούμπας) που καμιά σχέση δεν είχαν με την παιδιατρική, η μαμά μου με πήρε και ταξιδέψαμε στην Θεσσαλονίκη. Πρέπει να ήμουν στην πρώτη τάξη του δημοτικού, γιατί στην Θεσσαλονίκη πήγαμε σε σχολίατρο, σε μια υπηρεσία που στεγαζόταν στην οδό Ικτίνου πιο κάτω απ την Αγία Σοφία. Εκεί κοντά στην Αγία Σοφία έμενε και η θεία μου με τον θείο μου. Αυτή την θεία την φωνάζαμε μαμάκα και τον θείο μπαμπά Βαγγέλη, γιατί έτσι ακούγαμε και τα ξαδέλφια μας να τους φωνάζουν, όταν έμεναν για λίγο στο τεράστιο σπίτι των παπούδων μας, το πατρικό μου σπίτι. Την μαμά μας την φωνάζαμε μάμα και τον μπαμπά μας, απλά μπαμπά. Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να τους μπερδέψουμε. Θα πηγαίναμε λοιπόν με την μαμά μου στης μαμάκας το σπίτι.

Ξεκίνησε πρωί πρωί το λεωφορείο, και άρχισα να ζω στο όνειρο. Τα πάντα μου έκαναν εντύπωση. Με τόση ταχύτητα πρώτη φορά μετακινιόμουν. Ήξερα μόνο το αυτοσχέδιο καρότσι του αδελφού μου, είχα δοκιμάσει και τα καπούλια κάποιου γαϊδουριού, αλλά ούτε καν πίσω απ’ κάρα σκαρφάλωνα όπως κάνανε τα αγόρια. Απ τη θέση μου λοιπόν έβλεπα τα τηλεγραφόξυλα να περνάνε με καταπληκτική ταχύτητα. Ρεύμα δεν υπήρχε στον Κολινδρό, τηλέφωνο δεν υπήρχε, ήταν μάλλον η επαφή του στρατόπεδου με τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν ξέρω πόσο κράτησε το ταξίδι, περάσαμε και τόσες πολλές γέφυρες, και σε κάθε μία έπρεπε να περιμένουμε να περάσουν τα αυτοκίνητα που ερχόταν απ την αντίθετη κατεύθυνση. Στη γέφυρα του Αξιού υπήρχε φανάρι για να ρυθμίζει την κυκλοφορία. Δεν χωρούσαν δύο αυτοκίνητα να περάσουν συγχρόνως. Και βέβαια δεν υπήρχε η τωρινή εθνική οδός, αλλά ο δρόμος πήγαινε μέσω Γιδά (σημερινή Αλεξάνδρεια).

Κάποτε μπήκαμε στην πόλη της Θεσσαλονίκης και έβλεπα στα μπαλκόνια τις γυναίκες. Καμιά σχέση με τις δικές μας θείες. Όλες τις γυναίκες εκτός απ τις δασκάλες και τις καθηγήτριες τις λέγαμε θείες. Στον Κολινδρό οι γυναίκες όταν χάνανε κάποιον δικό τους βάφανε μαύρα τα ρούχα. Και επειδή το πένθος κρατούσε συνήθως τρία χρόνια, από κάποια ηλικία και μετά σχεδόν πάντα φορούσαν μαύρα. Και αν κάποια γυναίκα έχανε τον άντρα της, φορούσε μαύρο τσεμπέρι για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Έτσι οι γυναίκες ήταν λεπτές, μαυροφορεμένες και με κότσο τα μαλλιά, ή ρολό όπως τα είχε η μαμά μου. Ε, λοιπόν στη Θεσσαλονίκη, οι γυναίκες ήταν παχουλές, με περμανάντ τα μαλλιά και εμπριμέ ρόμπες. Καθόταν στα μπαλκόνια και χάζευαν. Πράγμα απαράδεκτο για τις Κολινδρινές που όπως έλεγε η μαμά ήταν αδιανόητο και μεγάλη ντροπή να μην απασχολούν με κάτι τα χέρια τους ακόμα και όταν δεν είχαν δουλειές. Κατεβήκαμε στο πρακτορείο, στην περιοχή της πλατείας Αντιγονιδών, και μας περίμενε ο μπαμπάς Βαγγέλης. Πήγαμε στο σπίτι τους, στην οδό Aγίας Σοφίας!!! Τι να να σας πω τώρα, τα Ηλύσια πεδία αν πάω τώρα λιγότερη εντύπωση θα μου κάνουν. Το σπίτι ήταν στον 5ο όροφο, και έβλεπε σχεδόν απέναντι απ την πλατεία Αγίας Σοφίας και το άγαλμα του Γρηγορίου του 5ου. Ξέρετε τον πατριάρχη που αφόρισε τον Ρήγα Φερραίο και την ελληνική μας επανάσταση και έγινε αργότερα “άγιος”. Αυτή η πολυκατοικία είχε ψηλοτάβανα σπίτια, και εσωτερικά στο κέντρο όπου οι σύγχρονες έχουν ασανσέρ, είχε ένα τετράγωνο κενό. Από εκεί κατέβαζε το καλάθι η μαμάκα και ο μπαμπάς ο Βαγγέλης έβαζε τα ψώνια, και τα τραβούσαν επάνω για να μην χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνουν συνέχεια. Το άλλο πρωί, πήγαμε στον γιατρό, και το μόνο που θυμάμαι ξέρετε τι είναι; Το καλοριφέρ! Είχαμε σόμπες στο σπίτι μας, και την ζέστη την αισθανόμασταν αλλά βλέπαμε και τη φωτιά και καταλαβαίναμε τι γίνεται. Μα ένα φαρδύ σώμα καλοριφέρ να εκπέμπει ζέστη χωρίς να βλέπω καθόλου φωτιά, ήταν για μένα ένα θαύμα! Δεν τολμούσα καν να ρωτήσω, ντρεπόμουν. Τελικά δεν πρέπει να είχα πρόβλημα υγείας, γιατί φύγαμε από εκεί και ούτε καν φάρμακα χρειάστηκε να πάρω. Και την άλλη μέρα το ταξίδι της επιστροφής. Την μαμά την περίμενε η μεγάλη μας οικογένεια και εμένα το σχολείο. Αγοράσαμε και κουλούρια και ξεκινήσαμε. Μόνο που εμείς δεν τα κουβαλούσαμε περασμένα σε σχοινί, όπως συνήθιζαν όλοι οι ταξιδιώτες απ τη Θεσσαλονίκη. Ναι έτσι γινόταν, τα στρογγυλά σουσαμένια κουλούρια, διέσχιζαν την Θεσσαλονίκη, ταξίδευαν εκτεθειμένα ως τον Κολινδρό και έκαναν και μια περασάδα απ το κέντρο του Κολινδρού. Και τα παιδιά να μακαρίζουν όσους είχαν επισκέπτες απ τη Θεσσαλονίκη. Απ το γυρισμό, εκείνο που θυμάμαι είναι η στάση στον Αξιό. Η γέφυρα είχε φανάρι, που μόλις άναψε κόκκινο. Έπρεπε λοιπόν να φύγει και το τελευταίο αυτοκίνητο, να αρχίσουν να έρχονται από απέναντι, να περάσουν όλα και τότε να ξεκινήσουμε εμείς. Μα αυτό ήταν σαν γιορτή. Γιατί οι πλανόδιοι πωλητές πουλούσαν σουβλάκια και γκαζόζες. Ένα ξυλάκι με χοιρινό σουβλάκι που μοσχομύριζε λίπος και ρίγανη και στην άκρη είχε καρφωμένη μια φέτα ψωμί. Και μια γκαζόζα ΕΨΑ σε μπουκάλι με μπίλια! Έδωσα στη μαμά να κρατάει το σουβλάκι και εγώ ρουφούσα με το καλαμάκι τη γκαζόζα. Υπέροχα γλυκιά και συγχρόνως ξινή, άφηνε στην γλώσσα μου χιλιάδες φουσκαλίτσες που έσκαγαν και με ανατρίχιαζαν… Μα, αλίμονο άναψε πράσινο και ο πωλητής δεν διακινδύνευε να χάσει τα μπουκάλια, γι αυτό τα μάζευε ένα ένα βιαστικά. Και δεν τον ένοιαζε αν εσύ είχες πιει μόνο τη μισή γκαζόζα. Μου πήρε λοιπόν το μπουκάλι και έμεινα με το καλαμάκι στο στόμα να ρουφάω το καυσαέριο του προηγούμενου φορτηγού. Αυτό ήταν το κορυφαίο γεγονός εκείνου του πρώτου μου ταξιδιού.

ΜΕ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΥΜΠΑΡΟ

Πριν από ένα ακριβώς χρόνο, έβαλα αυτό,…

αλλά που είναι οι όμορφες φωτογραφίες μου;

Κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει;

έτσι σαν δώρο μέρα που είναι..


"ΜΕ
ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΥΜΠΑΡΟ"

(29 Ιουλίου 1979)


(ακριβώς
τριάντα χρόνια πριν)


Όταν
ήμουνα μικρή και οι μεγάλες γυναίκες
μου ευχόταν "Καλή Τύχη" γελούσα.
Γιατί
έλεγα; γαμπρό  στο τσουβάλι  θα πάρω; Αφού
θα τον διαλέξω και θα πάρω όποιον θέλω
εγώ.
Θα τον γνωρίσω πολύ καιρό και έτσι
δεν θα μπαίνει ο παράγοντας τύχη. Και
μεγάλωσα, και γνώρισα πολλούς, στο φιλικό
περιβάλλον, στα σχολεία, στον επαγγελματικό
περίγυρο… και ήμουνα κατά του γάμου
τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, ποτέ δεν
βιαζόμουνα για τίποτα…

Κάποτε
ετοίμασα τα μπογαλάκια μου, και έφυγα
μακριά απ το σπίτι μου, απ την πόλη που
μεγάλωσα και σπούδασα. Ως τότε ζήλευα
τους φοιτητές που ήταν μακριά απ τα
σπίτια τους. Επιτέλους ήρθε η δική μου
σειρά. Το έβλεπα βέβαια σαν προσωρινό,
το μυαλό μου ήταν να βρω δουλειά στη
Θεσσαλονίκη αλλά αποδείχτηκα και εδώ
τυχερή, δεν βρήκα,και έτσι έμεινα να ζω
σε ένα πολύ πιο όμορφο περιβάλλον.

Απολάμβανα
την ανεξαρτησία μου, και πολλά βράδια
ξενυχτούσα με φρούτα, γάλα και βιβλία!
(τώρα εσείς άλλα περιμένατε από μένα,
αλλά αυτά αγαπούσα και ένοιωθα την
ανάγκη να τα απολαύσω μόνη μου)

Και
ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ανάμεσα
σε Συνελεύσεις και Διοικητικά Συμβούλια
άρχισε άλλου είδους προσέγγιση με τον
συνάδελφο και οι συναντήσεις για σφραγίδες 
και “υπογραφές” στα πρακτικά του
συνδικαλιστικού μας οργάνου άρχισαν
να πυκνώνουν (εγώ πρόεδρος, εκείνος
γραμματέας)… και σε ελάχιστο χρόνο
χωρίς να προηγηθεί καμιά συζήτηση επί
του θέματος, το θεωρήσαμε δεδομένο.

Πότε
λες να παντρευτούμε;
μου λέει.

Καλά
μωρέ, θα δούμε
η απάντηση

Τελικά
δεν κράτησα το χρονοδιάγραμμα, βιάστηκε
και ο γιος μας να κάνει αισθητή την
παρουσία του και νάμαστε στο γεφυράκι

της εκκλησίας (δεν υπήρχε πολιτικός
γάμος τότε) να ενισχύσουμε οικονομικά
και το Βατοπέδι αφού το εκκλησάκι είναι
ιδιοκτησία του.

Αλλά
ευτυχώς η ευχή των ηλικιωμένων γυναικών
έπιασε,
γιατί σε λίγο διάστημα δεν
μπορείς να γνωρίσεις τον άλλο άνθρωπο.
Άσε που διαμορφώνει με τον καιρό το
χαρακτήρα του.

Και με
μια ανάσα πέρασαν τριάντα χρόνια.

Και
οι καρποί του γάμου μας, μας κάνουν κάθε
μέρα περήφανους!

Και
ούτε μια φορά δεν πέρασε απ το μυαλό μου
να σκεφτώ μήπως θα ήταν καλύτερα να πάρω
άλλον;

Και τον
ευχαριστώ και δημόσια γι αυτό.

Ομως
θα μείνει μεταξύ μας,

γιατί το κλειδί
αυτού του σπιτιού δεν του το έδωσα και
δεν ξέρω αν θα του το δώσω; Γιατί όμως;
μήπως υπάρχει η ανάγκη για κάτι εντελώς
δικό μου;

Άντε τώρα περάστε να σας κεράσω από ένα κομμάτι τούρτα! Μόνο μην με φάτε και μένα που βούλιαξα!

Η επαγγελματική μου ενασχόληση


Η
επαγγελματική μου δραστηριότητα

(1963-2007…και βάλε)

Πράγματι
στα καπνά δεν δούλεψα ποτέ, αλλά…

…το
καλοκαίρι όταν τέλειωσα την 5η δημοτικού

σε
ηλικία 11 χρονών, πήγα να δουλέψω σε μια
κυρία που συνεργαζόταν με την αδελφή
μου, και έκανε κεντήματα. Έμαθα λοιπόν
να κεντάω πλακέ σε είδη προικός.

Όπως
ξέρουν όλοι οι τεχνίτες περισσότερο
χρόνο και μεράκι χρειάζεται η προεργασία
μιας δουλειάς, παρά η δουλειά η ίδια.
Έτσι και εδώ έπρεπε να μετράω και να
ριγώνω γύρω γύρω στα σεντόνια με μολύβι.
Μετά να διπλώνω το ύφασμα και να το
τρυπώνω. Μετά να γαζώνω τις γωνίες απ
την ανάποδη και να τις γυρνάω. Μετά να
κάνω το πλακέ πάνω στην ρίγα που είχα
κάνει, και τέλος να κόβω το ύφασμα που
περίσσευε απ’ την ανάποδη. Μου άρεζε
όμως, γιατί αισθανόμουνα “μεγάλη”.
Μπορούσα τώρα και εγώ όπως τα αδέλφια
μου να δίνω ένα μέρος του εισοδήματός
μου στη μαμά. Τριάντα δραχμές βδομαδιάτικο,
τις είκοσι τις έδινα και μου έμεναν δέκα
ολόκληρες δραχμές δικές μου

Μια
φορά δουλεύοντας στη μηχανή τρύπησα το
δάχτυλό μου. Μπήκε το βελόνι από το νύχι
και βγήκε από την άλλη μεριά του δάχτυλου.
Ζαλίστηκα απ το φόβο, και η γιαγιά του
σπιτιού μου έδωσε νερό με λίγο ούζο
μέσα να πιω, και συνήλθα. Μου είπε τότε
“καλό σημάδι, σίγουρα θα μάθεις” Ναι
έμαθα και αυτή την τέχνη, όπως και τόσες
άλλες. Και μ’ αρέσει ακόμα να μαθαίνω…

Απ
το δημοτικό ακόμα όταν τα άλλα παιδιά
δεν τολμούσαν να πάνε ούτε ως την Αγίου
Δημητρίου, πρώτη παράλληλος της Κασάνδρου,
εγώ είχα μάθει όλη την αγορά απ’ έξω.
Ήξερα το κάθε μαγαζί, την κάθε στοά, την
κάθε τρύπα. Πού πουλούσαν χάνδρες,,
κλωστές,
μαλλιά, κουμπιά , σχέδια για
κεντήματα,… τα πάντα από υλικά
, για
ράψιμο , κέντημα
και πλέξιμο.

   Βοηθούσα
έτσι τα αδέλφια μου στην προμήθεια
υλικών, για τη δουλειά τους. Στοά Σαούλ,
στοά Καράσο, στοά Χρυσικοπούλου, στοά
Μοδιάνο (εδώ πήγαινα για ιδιαίτερα
λαχανικά), Μπεζεστένι…,


Ίωνος
Δραγούμη, Βενιζέλου, Ερμού, Βασ. Ηρακλείου,
Τσιμιστή, Καρόλου Ντηλ,…

Τα
μεγάλα μου αδέλφια γρήγορα κατάφεραν
να γίνουν περιζήτητοι για τα έργα τους.
Η αδελφή μου και ο μεγάλος αδελφός,
αυτούς βοηθούσα. Ο άλλος αδελφός μου
την ημέρα δούλευε και έφτιαχνε φωτεινές

ε
πιγραφές, και το βράδυ πήγαινε σε
τεχνική σχολή.

Έτσι
τελείωσε Ηλεκτροτεχνίτης και μετά
Ηλεκτρολόγος. Και όμως του έμενε χρόνος
και πήγαινε κάθε μέρα σινεμά. Είχε
φτιάξει όλες τις φωτεινές επιγραφές
των κεντρικών κινηματογράφων και είχε
το ελεύθερο να πηγαίνει σε όποιον ήθελε.
Έτσι την Κυριακή ήταν σε θέση να πει και
σε μας σε ποια ταινία να πάμε, αφού τις
είχε δει όλες και ήξερε τι θα μας αρέσει.

Στο
γυμνάσιο, εξακολουθούσα βέβαια να βοηθάω
τα αδέλφια μου. Έμαθα να κεντάω όλες τις
ελεύθερες βελονιές

και
προπαντός να σχεδιάζω όλα αυτά. Η αδελφή
μου ήταν ικανή να ζωγραφίζει με το
βελόνι! Σε ένα φόρεμα από πανάκριβο
γαλλικό ύφασμα δεν επιτρεπόταν βέβαια
να χρησιμοποιήσεις μολύβι, στυλό, πόσο
μάλλον καρμπόν. Ε λοιπόν, έπαιρνε το
βελόνι με την κλωστή και ζωγράφιζε με
το μάτι, ολόκληρο φόρεμα τρυπώνοντας.
Και εκεί επάνω μετά κεντούσε με κλωστές,
κυρίως χρυσό σε διάφορες αποχρώσεις
και χάνδρες. Συνεργαζόταν με έναν οίκο
μόδας και πριν από κάθε επίδειξη είχαμε
ξενύχτια.

Και
ο αδελφός μου έφτιαχνε πλεκτά. Πανέμορφα!
κάθε χρόνο έπρεπε να βγάζει καινούρια
σχέδια, και να κυνηγάει την τεχνολογία,
η οποία όπως σε κάθε κλάδο κάλπαζε. Στο
τέλος είχε μηχανές που δούλευαν με
υπολογιστή και έπρεπε να βγάζει σχέδια
και να τα εφαρμόζει σε διάτρητες κάρτες…

Μαζί
τους λοιπόν και εγώ, έμαθα να ράβω και
στη ραπτομηχανή και στον κοπτοράπτη.


Κάποτε
είδα μια αγγελία για πλασιέ βιβλίων.
Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να έχω να κάνω
με βιβλία.

Θα
περνούσαν απ το χέρι μου τόσα βιβλία
που ως τώρα τα δανειζόμουνα από φίλους
και βιβλιοθήκες. Εδώ απέτυχα παταγωδώς.
Ούτε ένα βιβλίο πούλησα, δεν το είχα το
πλασάρισμα…

Όταν
τέλειωσα το γυμνάσιο, και έδωσα εξετάσεις
στο μικρό πολυτεχνείο δεν πέρασα την
πρώτη φορά. Άρχισα λοιπόν φροντιστήριο,
αλλά παράλληλα και δουλειά. Α! Τώρα ήμουν
πολύ τυχερή. Δούλεψα στην ΑΡΓΩ ΦΙΛΜ
ΕΛΛΑΣ. Ήταν μια εταιρία στην οδό Καρόλου
Ντηλ που έφερνε απ’ την Πολωνία και
πουλούσε πιάνα, αλλά συγχρόνως έφτιαχνε
και παιδικές ταινίες για 8αρες μηχανές
προβολής.

 Αυτές
οι ταινιούλες ήταν παιδικά παραμύθια,
ή εκπαιδευτικές. Εκεί δούλευε η ξαδέλφη
μου ζωγράφος, πολύ γνωστή τώρα πια, η
Αθηνά Λατινοπούλου. Εκείνη κυρίως, αλλά
και εγώ σε ποιο απλά πράγματα ζωγραφίζαμε
τις μακέτες. Μετά εγώ έβαζα τους υπότιτλους
με letraset (τα γράμματα που
τα πατούσες ένα ένα και έπρεπε να είναι
σε ίσια σειρά και κεντραρισμένα).
 

Μετά
ο φωτογράφος φωτογράφιζε τις μακέτες
μία μία. Δουλειά που τώρα με τα προγράμματα
Corel, photoshop και άλλα, γίνεται
σε μια μέρα, τότε γινόταν σε εβδομάδες.
Γιατί ακολουθούσε εμφάνιση του φιλμ,
και διάφορες δοκιμές για να δούμε το
αποτέλεσμα. Ήμουν όμως στο στοιχείο
μου. Πολλές δουλειές σε μία. Και ξαφνικά
ακούγαμε από κάτω τον κυρ. Αντώνη να
παίζει πιάνο. Όποτε του την έδινε κανένας
πελάτης, μόλις εκείνος έφευγε μας έπαιζε
κάποιο κομμάτι. Σ’ αυτό τον χώρο, ήταν η
πιο ευχάριστη δουλειά που έκανα στη ζωή
μου.

Κάποτε
αφού πέρασα στη Σιβιτανίδειο σχολή της
Αθήνας και στον Ευκλείδη συγχρόνως,
επέλεξα να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη.
Και από το πρώτο έτος κιόλας άρχισα να
παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών
σε μαθήτριες 3ης γυμνασίου. Τώρα πια
υπήρχε για πρώτη φορά λύκειο, και έμπαιναν
οι μαθητές με εισαγωγικές εξετάσεις.
Α! Εδώ πρωτοπόρος δασκάλα. Όταν με
ρωτούσαν τι να μάθουμε για το άλλο
μάθημα, έλεγα “τίποτα” θα τα βρίσκεται
όλα μόνοι σας. Η Άλγεβρα είναι πράξεις,
αν μάθεις πέντε ταυτότητες, έμαθες όλη
την Άλγεβρα 

Και
η Γεωμετρία είναι σχήματα.

Αν
κάνεις σωστό σχήμα, σου μιλάει μόνο του,
σου λέει πώς να λύσεις το πρόβλημα, ή
πως να αποδείξεις ένα θεώρημα.

Τα
καλοκαίρια δούλεψα και ταμίας σε
πολυκατάστημα και πωλήτρια σε μαγαζάκι.
Μα εδώ δεν τα κατάφερνα, αποτυχία.

E! και όπως κάθε φοιτήτρια, δούλεψα και μπέιμπυ σίτερ.

Και
κάποτε τελείωσα τη Σχολή Ανωτέρων
Ηλεκτρονικών. Τώρα πια έπρεπε να δουλέψω
στο αντικείμενό μου. Μικρές αγγελίες
λοιπόν.

Η
πρώτη δουλειά που βρήκα ήταν προϊσταμένη
προσωπικού σε υφαντήριο όπου είχε
μερικές καινούριες μηχανές, και χρειαζόταν
ηλεκτρονικό. Πω! πω! Τύχη! Τρελάθηκα,
άλλοι ακόμα ψάχνουν δουλειά στο
αντικείμενό τους. Μόλις μπήκα, οι
κοπελίτσες μου έδωσαν μία ρόμπα και ένα
μαντίλι να δέσω στα μαλλιά μου και μου
είπαν “σε καμιά περίπτωση μην ξυθείς”
Μου φάνηκε παράξενο, όλες πολύ γλυκές
κοπέλες, πολύ μικρότερες από μένα
προσπαθούσαν να με κατατοπίσουν. Αλλά
από κάποια στιγμή ένα χνούδι άρχισε να
επικάθεται επάνω μου και με φαγούριζε.
Ξύθηκα ασυναίσθητα και αυτό ήταν.
Τρελάθηκα στη φαγούρα, δεν άντεξα και στις
12 έφυγα, τα κορίτσια με αποχαιρέτησαν
λυπημένα.

‘Αντε
πάλι να ψάχνω δουλειά στο αντικείμενό
μου

Ωπ!
το βρήκαμε με μια φίλη και συναδέλφισσα.
Εργοστάσιο Τηλεοράσεων UNITEL
μετά το Σέδες. Και εδώ επιτέλους θα
εφαρμόσω αυτά που σπούδασα. Τελικός
ηλεκτρονικός έλεγχος στις τηλεοράσεις.
Το πολύμετρο στο χέρι και επί το έργον 

Καλά
τα πήγαμε στη δουλειά, αλλά…. η παραγωγή
του εργοστασίου από τότε που πήγαμε
εμείς έπεσε στο μισό. Γιατί εμείς ήμασταν
οι “συνειδητοποιημένες – ψαγμένες”
και επηρεάζαμε και τους άλλους φανερά.
Και φυσικά σε δέκα μήνες μας απέλυσαν.

Και
η ίδια φίλη έμαθε για το Δημοκρίτειο
Πανεπιστήμιο Θράκης, που τότε δεν είχε
λειτουργία παρά έναν χρόνο.


Μακριά μας
φάνηκε η Ξάνθη, δεν είχαμε και πολλές
ελπίδες, γιατί για τις ίδιες θέσεις στη
Θεσσαλονίκη έπρεπε να έχεις γερούς
δεσμούς με γραμματείς και καθηγητές,
αλλά κάναμε τα χαρτιά μας. Για τις
συγκεκριμένες θέσεις Παρασκευαστών,
ζητούσαν βέβαια πτυχία ηλεκτρονικών,
αλλά σε προσλάμβαναν σαν απόφοιτο
γυμνασίου (εξατάξιου), με τριετείς
θητείες. Ώσπου να αναγνωριστούν τα
πτυχία μας και να κατακτήσουμε τη
μονιμότητα πολλές απεργίες, πολλές
διαβουλεύσεις με τα υπουργεία. Οι
υποψήφιοι λίγοι, οπότε μας προσέλαβαν.
Εμείς τότε και στην Αραβία να βρίσκαμε
δουλειά, θα πηγαίναμε. Θέλαμε και να
φύγουμε απ το σπίτι, ήταν μια εμπειρία
που δεν την είχαμε δοκιμάσει, οπότε με
τη σκέψη ότι θα ψάχνουμε εν τω μεταξύ
κάτι στην Θεσσαλονίκη, μετακομίσαμε
στην Ξάνθη. Έκανα οικογένεια και έμεινα
για πάντα εδώ, τριάντα χρόνια δουλειάς.
Πολλές φορές αυτό το διάστημα της
δουλειάς, μου φαίνεται σαν ένα μικρό
διάλειμμα στην υπόλοιπη ζωή μου. Δεν
ξέρω, ίσως γιατί την σκέψη μου, την
απορροφούσε η ζωή των παιδιών, ή ίσως
γιατί αναγκαστικά για χρόνια έκανα
συνέχεια τις ίδιες δουλειές, αν και
υπήρχε κάποια ποικιλία. Σχέδιο,
γραμματειακή υποστήριξη, εργαστήρια,
επιτηρήσεις,…

Και
τώρα; κάαααααθομαι!

Λέτε
να τερματίζεται εδώ η “καριέρα” μου;
Μπορεί και όχι..

Κάποια
πρόταση είναι στον αέρα για διδασκαλία
σε σεμινάρια, σε σχολή ειδίκευσης
μοντεσοριανής εκπαίδευσης, όταν οργανωθεί
καινούριο τμήμα.

 

Διδασκαλία
κεντήματος. Γιατί όχι; ίδωμεν…..

Φαρδιές επαφές 3ου τύπου

Διαδικτυακές
επαφές και γνωριμίες

Γεια
σας φίλοι μου, καινούριοι (τσίλικοι).



Καταρρίπτεται συνεχώς ο μύθος οτι το
διαδίκτυο αποξενώνει τους ανθρώπους.
Χθες το βράδυ είχα τη μεγάλη χαρά να σας
γνωρίσω από κοντά.

Κατ’
αρχάς με τις πρώτες κουβέντες απ το
τηλέφωνο με σένα Γιάννη όταν ακόμα
ήμουνα στο χωριό μου,… πιο οικείος μου
φάνηκες απ τους παλιούς μου φίλους. Και
όταν ήρθα στην Αθηνα και μίλησα με σας
Γεωργία και Θωμαή το ίδιο.

Και
ενώ Γιάννη θα βλεπόμασταν έξω την μια
μέρα, άλλαξε το πρόγραμμα και μας κάλεσες
στο σπίτι σου. Γι αυτό και μόνο οφείλω
να σε ευχαριστήσω, γιατί ήρθα εγώ απ την
άκρη της Ελλαδίτσας μας, μια άγνωστη,
που εντάξει ανταλλάσσουμε σχόλια, ευχές
και αγκαλίτσες, και σαν να ήμουνα μια
αγαπημένη καλή φίλη με καλείς στο σπίτι
σου. Μεγάλη τιμή για μένα, τι να πω, το
εκτιμώ και κυρίως εκτιμώ τον κόπο και
το χρόνο που αφιέρωσε η Δώρα για να
ετοιμάσει το τραπέζι, ενώ δουλεύει κάθε
μέρα, πρωί απόγευμα. Και τι όμορφη
οικογένεια! Σκεπτόμενο και προβληματισμένο
παιδί ο Μανος, άνετη απλή και φιλική η
Δώρα, κυμπάρισα γυναίκα η κυρία Μαρία,
που αν διαπιστώσετε ότι είναι ματιασμένη
να ξέρετε θα είναι από μένα. Ευτυχώς
Γιάννη ξέρεις πως ξεματιάζονται μέσω
διαδικτύου. Και μετά ήρθε και η κορούλα
σας, όπως όλα τα παιδιά με τα φορτωμένα
προγράμματα τους δεν έχουν τη δύναμη
ούτε να φάνε καλά καλά, και κοιμούνται
όπου βρούνε. Η γλυκειά μου, δεν ξυπνούσε
με τίποτα, ούτε τα γέλια ούτε τις φωνές
τις δικές μας, ούτε όταν την παρακαλούσατε
να πάει στο δωμάτιό της.

Και
όταν ήρθατε Γεωργια και Θωμαή ήσασταν
ακριβώς όπως σας περίμενα. Κόκκινο
τσουνάμι η Θωμαή, υπέρκομψη η Γεωργια.
Και αγκαλιές και φιλιά και ευγενικές
χειρονομίες με τα δωράκια σας, για να
σας θυμάμαι, που έτσι και αλλιώς θα
γινόταν.

Τι
όμορφα που περάσαμε, και κυρίως πόσο
ουσιαστική ήταν η κουβέντα μας.

Και
συ Δώρα τι γλυκειά γυναίκα, σαν τον
χαλβά που έφτιαξες γλυκός και αρωματικός!
Και στη λούφα πήρα και δεύτερο κομμάτι,
και όταν ήρθα στο σπίτι ένα Simeco
από
πάνω για σιγουριά για να μην
προλάβω να τιμωρηθώ για την λαιμαργία
μου.

Να
είστε πάντα καλά βρε παιδιά, με υγεία
και αγάπη να αντιμετωπίζετε τα προβλήματα
που έτσι κι αλλιώς προκύπτουν στη ζωή
μας, και με την πρώτη ευκαιρία να έρθετε
να απολαύσετε την αγριάδα που έχει
κατακλείσει την αυλή μου.

Με
την πρώτη ευκαιρία θα βάλω και φωτογραφίες
εδώ. Δεν χρειαζόμαστε photo shop
Θωμαή. Είμαστε όλοι κούκλοι και
κούκλες! Να μας έχει ο “θεός” καλά να
ανταμώνουμε!

Καλή
σας μέρα και πολλά πολλά φιλιά.

Και πάλι
σας ευχαριστώ πολύ, η Αγριάδα η ήρεμη.

……και ένα ανεκδοτάκι που μόλις μου έστειλε ο Espectador για να σας τονώσω το ηθικό, ώ αντρες! (εμ! όλο να σας το τονώνουμε χρειάζεται)

Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας είναι σε μια υπερατλαντική πτήση. Μετά απο μερικά κοκτέιλ, οι άντρες άρχισαν να συζητούν για προσωπικά θέματα:
– "Χτες το βράδυ έκανα έρωτα στη γυναίκα μου τέσσερις φορές", είπε ο Γάλλος, "και το πρωί μου έκανε υπέροχες κρέπες και μου είπε πόσο πολύ με λατρεύει".
– "Χα, εγώ χτες το βράδυ έκανα έρωτα στη γυναίκα μου έξι φορές", απαντά ο Ιταλός, "και το πρωί αφού μου έκανε μια υπέροχη ομελέτα, μου είπε ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να αγαπήσει άλλον άντρα στη ζωή της".
Ο Έλληνας είχε μείνει σιωπηλός και έτσι, ο Γάλλος γύρισε με ύφος και τον ρώτησε:
– "Και εσύ, πόσες φορές έκανες έρωτα στη γυναίκα σου χτες το βράδυ;"
– "Μία", του απαντά ο Ελληνας.
– "Χα, μόνο μία;" του λέει ειρωνικά ο Ιταλός. "Και τι σου είπε σήμερα το πρωί;"
– "Μη σταματάς…"

Στο δάσκαλό μου με αγάπη

Τα δώρα μου για σενα Γιάννη, ξερω ειναι το μεγάλο σου μεράκι.
H πρώτη φωτογραφία είναι δικιά μου και εγώ στην ηλικία σου έβαλα τα επί πλέον σκουλαρίκια, ποτέ δεν είναι αργά….
Ακολουθούν διάφορα σκουλαρίκια για να διαλέξεις:





                                                    

                                                                                                                        
Αχ! αυτή το ξέχασε στο μπάνιο, αλλά ποιός το χ@ζ@ι το σκουλαρίκι!  Τα σέβη μου δάσκαλε!


.

ΜΕ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΥΜΠΑΡΟ

"ΜΕ
ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΚΟΥΜΠΑΡΟ"

(29 Ιουλίου 1979)


(ακριβώς
τριάντα χρόνια πριν)


Όταν
ήμουνα μικρή και οι μεγάλες γυναίκες
μου ευχόταν "Καλή Τύχη" γελούσα.
Γιατί
έλεγα; γαμπρό  στο τσουβάλι  θα πάρω; Αφού
θα τον διαλέξω και θα πάρω όποιον θέλω
εγώ.
Θα τον γνωρίσω πολύ καιρό και έτσι
δεν θα μπαίνει ο παράγοντας τύχη. Και
μεγάλωσα, και γνώρισα πολλούς, στο φιλικό
περιβάλλον, στα σχολεία, στον επαγγελματικό
περίγυρο… και ήμουνα κατά του γάμου
τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, ποτέ δεν
βιαζόμουνα για τίποτα…

Κάποτε
ετοίμασα τα μπογαλάκια μου, και έφυγα
μακριά απ το σπίτι μου, απ την πόλη που
μεγάλωσα και σπούδασα. Ως τότε ζήλευα
τους φοιτητές που ήταν μακριά απ τα
σπίτια τους. Επιτέλους ήρθε η δική μου
σειρά. Το έβλεπα βέβαια σαν προσωρινό,
το μυαλό μου ήταν να βρω δουλειά στη
Θεσσαλονίκη αλλά αποδείχτηκα και εδώ
τυχερή, δεν βρήκα,και έτσι έμεινα να ζω
σε ένα πολύ πιο όμορφο περιβάλλον.

Απολάμβανα
την ανεξαρτησία μου, και πολλά βράδια
ξενυχτούσα με φρούτα, γάλα και βιβλία!
(τώρα εσείς άλλα περιμένατε από μένα,
αλλά αυτά αγαπούσα και ένοιωθα την
ανάγκη να τα απολαύσω μόνη μου)

Και
ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ανάμεσα
σε Συνελεύσεις και Διοικητικά Συμβούλια
άρχισε άλλου είδους προσέγγιση με τον
συνάδελφο και οι συναντήσεις για σφραγίδες 
και “υπογραφές” στα πρακτικά του
συνδικαλιστικού μας οργάνου άρχισαν
να πυκνώνουν (εγώ πρόεδρος, εκείνος
γραμματέας)… και σε ελάχιστο χρόνο
χωρίς να προηγηθεί καμιά συζήτηση επί
του θέματος, το θεωρήσαμε δεδομένο.

Πότε
λες να παντρευτούμε;
μου λέει.

Καλά
μωρέ, θα δούμε
η απάντηση

Τελικά
δεν κράτησα το χρονοδιάγραμμα, βιάστηκε
και ο γιος μας να κάνει αισθητή την
παρουσία του και νάμαστε στο γεφυράκι

της εκκλησίας (δεν υπήρχε πολιτικός
γάμος τότε) να ενισχύσουμε οικονομικά
και το Βατοπέδι αφού το εκκλησάκι είναι
ιδιοκτησία του.

Αλλά
ευτυχώς η ευχή των ηλικιωμένων γυναικών
έπιασε,
γιατί σε λίγο διάστημα δεν
μπορείς να γνωρίσεις τον άλλο άνθρωπο.
Άσε που διαμορφώνει με τον καιρό το
χαρακτήρα του.

Και με
μια ανάσα πέρασαν τριάντα χρόνια.

Και
οι καρποί του γάμου μας, μας κάνουν κάθε
μέρα περήφανους!

Και
ούτε μια φορά δεν πέρασε απ το μυαλό μου
να σκεφτώ μήπως θα ήταν καλύτερα να πάρω
άλλον;

Και τον
ευχαριστώ και δημόσια γι αυτό.

Ομως
θα μείνει μεταξύ μας,

γιατί το κλειδί
αυτού του σπιτιού δεν του το έδωσα και
δεν ξέρω αν θα του το δώσω; Γιατί όμως;
μήπως υπάρχει η ανάγκη για κάτι εντελώς
δικό μου;

Άντε τώρα περάστε να σας κεράσω από ένα κομμάτι τούρτα! Μόνο μην με φάτε και μένα που βούλιαξα!